Saturday, January 17, 2009

Café Brasil

Ηταν ενα μικρό καφενεδάκι με έντονα εξωτικά χρώματα και πίνακες τροπικών τοπίων. Που και πού, μιά μισόγυμνη πολύχρωμη καλλονή, ένας παπαγάλος, τα φτωχικά σοκάκια του Ρίο. Και τα παιδιά του δρόμου. Η παραλία, η ζούγκλα, το στοιχείο και η αισθητική του Τροπισμού.

Ηταν μερος συνάντησης φίλων και συμφοιτητών, παιδιών απο όλα τα μέρη του κόσμου, που η ζωή τους έφερε σε επαφή για λίγα χρόνια. Πρίν επιστρέψουν στις κοινωνίες που ανήκαν, στον συντηρητισμό και κυνισμό της ώριμης ηλικίας, πολλές φορές στη λήθη. Πριν επιστρέψω και εγώ, στο δικό μου κόσμο.

Απλωμένα στα τραπέζια του καφέ, χαρτιά, βιβλία, φαγητά. Το πρόγραμμα με τις συναυλίες, οι εφημερίδες με τα νέα, φωτογραφίες και σημειώσεις. Τσιγάρα και προγράμματα. Ηπια μαζί τους ατέλειωτους καφέδες, ώρες πολλές. Μαραθώνιους συζητήσεων επι παντός επιστητού. Εμαθα τα πάντα για αυτούς, τα όνειρά τους, τις αγάπες τους, ζωές απο μέρη μακρινά, αλλόκοτα και μυστηριώδη, πολλών ακόμα και τη γλώσσα. Μοιράστηκα βιβλία, αγωνίες, ιδέες, μουσικές και σκέψεις. Ονειρεύτηκα με την αφέλεια και ορμή της ηλικίας, έναν κόσμο που υπάρχει μόνον στους πίνακες ζωγραφικής.

Και πριν ακόμα ο κόσμος αλλάξει, πριν όλα διορθωθούν, πριν ακόμα το τραγούδι σωπάσει, η αυλαία του χρόνου ξαφνικά έπεσε. Και έναν προς έναν, τους αποχαιρέτησα για πάντα. Χωρις τότε να το ξέρω. Αναπάντεχα. Και χάθηκαν για πάντα, σαν να μην υπήρξαν ποτέ, σαν μην τους είχα συναντήσει. Η ωραιότερη και δημιουργικότερη παρέα που μούλαχε ποτέ. Εμεινε μόνον η νοητή ανάμνηση της καπνίλας και της μουσικής του Cafe Brasil.

Θεέ μου, όχι άλλους αποχωρισμούς...