Monday, April 13, 2009

To τέλος ενός ωραίου ταξιδιού

Το blog αυτό έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του και έκλεισε. Θα συνεχίσω μερικές περιστασιακές σκέψεις, στο

http://locus-editorium.blogspot.com/


Κάπου εδώ, φίλοι μπλόγγερς, θαρρώ πως φτάνουμε στο τέλος. Το μπλόγκ αυτό κλείνει τον κύκλο του, τα ταξίδια του και τις αφηγήσεις του. Οχι οτι δεν υπάρχουν και άλλα να λεχθούν. Υπάρχουν, μα πρέπει να περιμένουν την ώρα τους.

Το ταξίδι στην ιντερνετική διάσταση κράτησε περίπου 20 μήνες. Ξεκίνησε τυχαία, με μόνη ανάγκη την έκφραση και την επικοινωνία. Ημουν τυχερός που στο ταξίδι αυτό συνάντησα και συνομίλησα με πνευματώδη άτομα, τα σχόλια και η παρέα των οποίων με κράτησαν σε πνευματική εγρήγορση.

Τα πόστ γράφτηκαν αυθόρμητα, ηλεκτρονικά και στο χαρτί, σε αεροπλάνα, τρένα, ξενοδοχεία, και τις ώρες της προσωπικής μοναξιάς. Και σαν οικοδεσπότης, προσπάθησα όσο μπορούσα, να είμαι τίμιος με όλους. Ελπίζω να τα κατάφερα. Καθόλη τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού, έσβησα ελάχιστα σχόλια.

Η ιντερνετική περσόνα Locus Publicus είναι αυτή που διαγράφεται στα πόστ αυτού του μπλόγκ. Θα ήταν αντίθετα σε κάθε μου προσωπική και φιλοσοφική τοποθέτηση να παρουσίαζα τον εαυτό μου διαφορετικά.

Σας ευχαριστώ για την τιμή της συνομιλίας, και προπαντός τον σεβασμό σας. Θα συνεχίζω να σας παρακολουθώ, περιστασιακά να σχολιάζω. Είστε για μένα το καλύτερο βαρόμετρο για το τί συμβαίνει στην πατρίδα.

Σας ευχαριστώ για την τιμή,
Locus Publicus
locuspublicus@gmail.com

ΥΓ - Σε όσους υποσχέθηκα να τους γνωρίσω απο κοντά, η επιθυμία και υπόσχεση ακόμα ισχύουν. Kai oσοι άλλοι επιθυμούν αληθινή επικοινωνία είναι ευπρόσδεκτοι. Θα χαρώ ειλικρινά.

Tuesday, April 7, 2009

Cartagena

Μια πανέμορφη πόλη, ένα αρχιτεκτονικό θαύμα με χρώματα της Καραϊβικής, υπέροχους κήπους, παλιά ισπανικά συντριβάνια και μια φρέσκια αγορά φρούτων. Οι παλιοί καθεδρικοί ναοί της έσταζαν υγρασία, υπόγεια δέντρα είχαν εισχωρήσει απο τους τοίχους. Η λειτουργία της Κυριακής έγινε όμως κανονικά και η παλιά καμπάνα, δώρο μιας γενοβέζικιας οικογένειας προς τη μακρινή ευρωπαϊκή πόλη του Bolivar, διατηρούσε ακόμα τη δύναμή της. Τα παλιά ψηλοτάβανα σπίτια είχαν ανακαινιστεί σε όλες τις αποχρώσεις απο τους νέους κατοίκους, νεαρούς έποικους με γούστο και ύψηλή αισθητική. Το ίδιο και τα εστιατόρια. Στα στενά πλακόστρωτα σοκάκια, μια πανδαισία απο παριζιάνικες μπουτίκ.

Οι φτωχοί της πόλης είχαν τραβηχτεί στα γύρω βουνά, σε παράγκες κάθε λογής, χωρίς βάσεις, χωρίς τοίχους, χωρίς νερό. Κουρέλια κρέμονταν στα αυτοσχέδια τούβλινα παράθυρα των σπιτιών, τσίγκοι στις οροφές, ανύπαρκτες πόρτες. Στο παλιό κάστρο της πόλης τα κανόνια είχαν πια σκουριάσει, αλλά οι παλιές ισπανικές φυλακές διατηρούσαν ακόμα τη μεγαλοπρεπή φρίκη τους.Οι σκοτεινές στοές που οδηγούσαν στα κελιά, μέρος που φυλάγονταν οι μαύροι σκλάβοι με αλυσίδες στα χέρια, τα ποδια και στο λαιμό, έπνιγαν μέσα σε λίγα λεπτά εκείνους που τολμούσαν το τουριστικό tour. Και λίγα μέτρα πιο πέρα, ένας νευρικός ταύρος θυσιάζονταν κάθε Κυριακή απόγευμα στον καθιερωμένο αγώνα ταυρομαχίας που κρατούσε απο την εποχή του Κολόμβου.

Ηταν μια απο τις πιό όμορφες πόλεις που είχα δεί ποτέ μου. Ενας παράδεισος σε παρακμή. Ο αφελής ταξιδευτής του Τρίτου Κόσμου, φρέσκος και άμαθος απο ανάγκη και περιθώριο, χορτάτος απο φαγητό και νερό, θαύμασε τον παπαγάλο που ο πιτσιρικάς του έβαλε στον ώμο, και στάθηκε να χαιδέψει το όμορφο πράσινο πουλί. Ανάμεσα στη μυθική αρχιτεκτονική του χώρου, τους παρακμιακούς καθεδρικούς ναούς με τα αναγεννησιακά αετώματα, τα φωτεινά χρώματα, τα λουλούδια και τα παλιά γλυπτά των δρόμων, δεν πρόσεξε τον πιτσιρικά που με μια ξαφνική κίνηση του αφαίρεσε το πορτοφόλι της μέσης και χάθηκε γρήγορα στη βρώμικη χωματένια ανηφοριά...

Η χώρα του Simon Bolivar χρειαζόνταν επανίδρυση...

Sunday, April 5, 2009

Mario Vargas Llosa

Στην απόφαση της Σουηδικής Ακαδημίας για την απονομή του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας, σίγουρα μετράνε τρία πράγματα. Το πρώτο είναι η αυθεντικότητα της θεματογραφίας στη συνολικότητα του έργου ενός συγγραφέα. Τί θίγεται στο έργο, τί αναδύεται σαν θεματολογία μέσα απο τα κείμενα του συγγραφέα.

Το δεύτερο, είναι η αυθεντικότητα του λόγου, το γλωσσικό ιδίωμα που πρέπει να ξεχωρίζει τον συγγραφέα. Ο βαθμός στον οποίον ο λόγος είναι μοναδικός, αναγνωρίσιμος, ποιοτικός.

Ο τρίτος λόγος, υποπτεύομαι, είναι πολιτικός και έχει να κάνει με την πιθανή επηρροή του έργου στην παγκόσμια σκηνή, ανάλογα με τις συγκυρίες της εποχής και την κρίση της Ακαδημίας. Αξίζει το μήνυμα το λόγου να προβληθεί διεθνώς;

Εχω μια ιδιαίτερη σχέση και αγάπη για τον εικονιζόμενο συγγραφέα, τον κύριο Mario Vargas Llosa. Η λογοτεχνία του κοσμεί την βιβλιοθήκη μου με ελάχιστες ελλείψεις. Με συνόδεψε για χρόνια πολλά σε ταξίδια της εφηβείας, μούδωσε μια τέρψη και μια αισθητική που προσωπικά είχα ανάγκη, με εισήγαγε σε ένα κόσμο που κάποτε είχα την τύχη να βιώσω και προσωπικά. Γνωρίζω καλά την ζωή του και έλκομαι απο τον ελιτισμό και την πνευματικότητα που αναδύει. Σοβαρός αλλά όχι σοβαροφανής, με χιούμορ, γνώση και καλή αντίληψη της Ιστορίας, ο κ. Llosa έχει κατα τη γνώμη μου αδικηθεί απο την Σουηδική Ακαδημία.

Η θεματολογία του ειναι αυθεντική, περιγράφει και προβάλει τη ζωή, ψυχοσύνθεση και σκέψη του ανθρώπου της Λατινικής Αμερικής, του ανθρώπου των Ανδεων που κουβαλάει μέσα του βαθιές τελετουργίες αιώνων, συμβολισμούς και δυσειδαιμονίες, αυτοσχεδιάζει επαναστατικά και πολιτικά σαν αντίδραση στον παρακμιακό του κόσμο, και συνδιάζει διάφορες ταυτότητες και μηχανισμούς αντίδρασης για να επιζήσει. Είναι ο ιστορικός άνθρωπος που η Μάνα Ευρώπη κατασκεύασε στην ήπειρο της Νότιας Αμερικής με στοιχεία ευρωπαίου, αλλα και με τη βαριά πολιτιστική κληρονομιά άλλων γηγενών πρωτογενών πολιτισμών, άλλοτε των Ινκας, και άλλοτε των ινδιάνων του Αμαζονίου.

Μέσα απο καταπληκτικούς παράλληλους διάλογους (χρονικούς και θεματικούς), συχνές εναλλαγές στη δομή του λόγου και στο πρόσωπο της αφήγησης, ο πρωτογενής άνθρωπος του Νέου Κόσμου παρουσιάζει μέσα απο τις αφηγήσεις του κ. Llosa την μικτή και υπο έρευνα ταυτότητά του, παράγωγο πολλαπλών ιστορικών διαδικασιών και μίγματος πολιτισμών. Κατασκευάζει χωριά σε τροπικές ζούγκλες, δημιουργεί πολιτικές επαναστάσεις και σκέψη, ενώ ταυτόχρονα ζεί όπως του όρισαν οι δυναμικές της μοίρας του – άλλοτε σαν περιθωριακό αποπαίδι του ευρωπαικού πολιτισμού, και άλλοτε ως αυθεντική οντότητα ενός αυτόνομου νέου κόσμου. Αγαπάει και ζεί με πάθος, πολεμάει συστήματα και δικτατορίες, βουτάει στις διαστάσεις της ιστορικής του ύπαρξης, κάνει παρέα με θεούς της ζούγκλας, πόρνες της σειράς και τραγικούς επαναστάτες της στιγμής.

Ενα αντάρτικο για αυτονομία στα βάθη της Βραζιλίας, ενας οίκος ανοχής στη μέση της ζούγκλας, ένα χωριό με χρησοθήρες στις όχθες του Αμαζονίου, μια ομάδα που θυσιάζει μυστικά τουρίστες στο βωμό κάποιων αρχαιών θεών των Ινκας, μορφές και σύμβολα ενώνονται στο πανόραμα των αφηγήσεων του κ. Llosa με προσωπικότητες της σύγχρονης παρακμιακής πόλης, λούμπεν διανοούμενα στοιχεία της επανάστασης, ερωτικές κοκέτες της ηδονής και έφηβους που αναζητούν ταυτότητα μέσα στο τρομερό κατεστημένο του ισπανικού machismo.

Η ματιά του Ευρωπαίου που φτάνει στις ακτές του Περού, η αναζήτηση της ταυτότητας ενός πολιτισμού που ακόμα παλεύει για έκφραση, οι σχέσεις του αριστοκράτη του Νέου Κόσμου με τους υπηκόους του, ο ιστορικός παραλληλισμός της ζωής διαφορετικών γενεών σε διαφορετικούς πολιτισμούς και ηπείρους, η ζωή και σχέση με την εξουσία, ο πανεπιστημιακός καθηγητής που καμουφλάρει τη σκέψη του Μάο με ινδιάνικα πρόσωπα και αρχαίες τελετουργίες. Ο εφηβικός έρωτας σε μια εποχή που αλλάζει. Αυτά είναι τα θέματα του κ. Llosa.

Για όσους δεν τον γνωρίζουν, τον προτείνω για ανακάλυψη και προβληματισμό. Είναι εξαιρετικά απολαυστικός στο λόγο του, δυνατός στα μηνύματά του, μυστηριώδης εκεί που πρέπει, άξιος και σεβάσμιος εκπρόσωπος του ισπανικού κόσμου. Ισως η Σουηδική Ακαδημία να έχει θεωρήσει πως ο κόσμος των λατίνων και η θεματολογία του έχει βρεί και άλλες Νομπελικές εκφράσεις μέσα απο τα κείμενα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ή του Οκτάβιο Πάζ. Ισως επίσης, να θεώρησε πως κάποιες άλλες θεματολογίες έχουν τώρα προτεραιότητα (Ασία, Τουρκία).

Ισως ακόμα να αποφάσισε να τον αγνοήσει κάτω απο το βάρος της κριτικής των πολέμιών του, που τον κατηγορούν για ελιτισμό, και ευρωκεντρισμό. Ισως άλλωστε και ο ίδιος να καταναλώθηκε άσκοπα σε κάποιες μάταιες πολιτικές φιλοδοξίες του να γίνει Πρόεδρος του Περού, και αυτό να του στοίχησε.

Ο,τι και νάναι, δεν πειράζει. Η αξία του παραμένει διαχρονική και αναγνωρίσιμη. Και ο Νίκος Καζαντζάκης άξιζε αλλά έχασε το Νόμπελ (λένε πως η Ακαδημία διόρθωσε το λάθος της με την απονομή Σεφέρη), αλλά μένει για πάντα τεράστιος και σημαντικός. Οι αυθεντίες του λόγου και οι αφηγήσεις τους, θά έχουν για πάντα μια εξέχουσα θέση στη Λογοτεχνία. Και στην ψυχή μας.

Saturday, April 4, 2009

Η τιμή των άλλων

Η σκηνή επαναλαμβάνεται σε πολλαπλές εκδοχές, άλλοτε για την αστυνομία, άλλοτε για τους πυροσβέστες, άλλοτε για κάποιον απλό άνθρωπο που χάθηκε στη γραμμή του καθήκοντος. Ενα ολόκληρο στάδιο ανθρώπων, με τα παιδιά τους, στο παιχνίδι της Κυριακής, χωρίς οπαδίστικες αντιπαλότητες και μίση, σε μια στιγμή κοινωνικής επαφής, τραγουδούν τον ύμνο του έθνους που ανήκουν, αποδίδοντας τιμή σε κείνους που έπεσαν υπερασπίζοντας το δημόσιο καθήκον.

Οι αστυνομικοί και οι πυροσβέστες που πεθαίνουν στο καθήκον, στην Αμερική θεωρούνται ήρωες. Ετσι νοιώθει η κοινωνία. Στους πεσόντες των σωμάτων ασφαλείας, τα παιδιά των σχολείων στέλνουν κάρτες με ευχές και καταθέτουν λουλούδια με τα σχολεία τους. Και οι γειτονιές, συγκεντρώνουν χρήματα για τις οικογένειές τους, τα ορφανά παιδιά τους.

Και σε μάς, ενώ συνειδητά και λανθασμένα αμφισβητούμε την τιμή των άλλων, μέσα στη θλιβερή παρακμή μας, μια ολόκληρη βιομηχανία έχει στηθεί για να υποστηρίξει την αλητεία των πανεπιστημίων, των γηπέδων, των σχολείων της κατάληψης, τους τρομοκράτες κάθε είδους, τα παιδιά με τις κουκούλες. Θάθελα μια μέρα να δώ και στην πατρίδα μια εκδήλωση κατά των καταλήψεων των πανεπιστημίων μας, ή υπέρ κάποιων αληθινών θυμάτων. Κάτι τέτοιο το περιμένω απο τα χρόνια της 17Ν. Ματαίως.

Friday, April 3, 2009

Γαλλικά και ωραία

Και μάσκες και πιστόλια, και άλογα και δακρυγόνα, και κάμερες και πλαστικές σφαίρες χρησιμοποιούν όταν αποφασίσουν οι Γάλλοι συνάδελφοι. Και ενώ μεγάλο μέρος της μπλογγόσφαιρας συχνά αναφέρεται στην Γαλλία ως μια χώρα στην οποία η αστυνομία διακριτικά παρακολουθεί τους διαδηλωτές χωρίς να επεμβαίνει (ενώ οι δικοί μας είναι κάφροι), να υπενθυμίσω την θερμή υποδοχή που επιφυλάσουν οι συμπαθείς Γάλλοι (και Γερμανοί) στους αυριανούς διαδηλωτές στο Στρασβούργο.

Διότι οι Γάλλοι είναι μέν δημοκράτες, αλλά δεν είναι και χαϊβάνια. Και όταν χρειαστεί χρησιμοποιούν όλες τις δυνάμεις καταστολης που διαθέτουν. Ειδικά σε θέματα που αφορούν την χώρα και το κύρος της. Αλλωστε στη Γαλλία, η χρήση της κάμερας ειναι ευρέως διαδεδομένη, η αστυνομία έχει μεγάλες δικαιοδοσίες σε θέματα έρευνας, και η χώρα, σύμφωνα με τον οργανισμό Privacy International, βρίσκεται στην κορυφή της αστυνομικής παρακολούθησης. Ατυχώς, διαβάζω, η χώρα παίρνει και βραβείο στην αστυνομική βία.

Οριστε και μια περιγραφή απο τον αριστερόφρονα (και κατα τα άλλα αντιπαθέστατο) Γιώργο Δελαστίκ. Και για να μην παρεξηγηθώ, να δηλώσω απερίφραστα την συμπάθειά μου προς την Γαλλία, την τέχνη της, τη θετική συνεισφορά της στην Ιστορία, τη Δημοκρατία της, και τον Πολιτισμό της. Απλά η Γαλλία είναι μια σωστή χώρα, που επιμελώς οι εν Ελλάδι αριστερίζοντες χρησιμοποιούν ανα καιρούς ως σημείο αναφοράς για σύγκριση με την Ελληνική δημοκρατία που υποτίθεται πως συνεχώς καταπιέζει τους Ελληνες πολίτες.

Wednesday, April 1, 2009

Ψήφος στους Απόδημους;

Εχουμε στην πατρίδα μας εναν περίεργο και άδικο κατα τη γνώμη μου εκλογικό νόμο, βάσει του οποίου όποιος έλληνας απόδημος τυχαία βρεθεί στην Ελλάδα την ημέρα των εκλογών, μπορεί να καταθέσει και την ψήφο του. Αν δεν βρεθεί, η ψήφος χάνεται. Κανείς απόδημος δεν μπορεί αλλιώς να συμμετάσχει στις εθνικές εκλογές εξ αποστάσεως. Οι απόδημοι έλληνες του εξωτερικού δεν έχουν δικαίωμα ψήφου.

Για χρόνια τώρα, οι ελληνικές ομογενειακές οργανώσεις μάχονται να δωθεί δικαίωμα ψήφου στους απόδημους του Ελληνισμού. Να ψηφίζουν δηλαδή όλοι οι ανα τον κόσμον Ελληνες στα εθνικά θέματα της πατρίδας. Χρονια τώρα, όσο θυμάμαι, το αίτημα αυτό ήταν έντονο και πραγματικό. Και σήμερα, μαθαίνω, το θέμα μπαίνει στην τελική του πορεία, με ένα νομοσχέδιο που θα κατατεθεί στην Βουλή, η υπερψήφιση του οποίου θα επιτρέψει στους έλληνες του κόσμου να συμμετάσχουν στις εθνικές εκλογές, καταθέτοντας την ψήφο τους στα τοπικά προξενεία.

Αποτελώντας ίσως μια εξαίρεση στην επικρατούσα στατιστική γνώμη των ομογενών μας, θα ήθελα να δηλώσω απερίφραστα, πως είμαι κατηγορηματικά κατά της Ψήφου των Αποδήμων και του νομοσχεδίου που κατατίθεται στην ελληνική Βουλή. Κατα την προσωπική μου γνώμη, όσοι δεν ζούν και βιώνουν την καθημερινότητα της Ελλάδας, και δεν βιοπορίζονται απ' αυτή, δεν θα πρέπει να έχουν συμμετοχή στα κοινά και το σύστημα διακυβέρνησης της χώρας μας.

Γιατί ψήφος σημαίνει συμμετοχή σε πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές αποφάσεις που επηρρεάζουν το σύνολο της κοινωνίας μας, και στο οποίο οι μετανάστες για διάφορους πρακτικούς λόγους δεν συμμετέχουν. Ζούν και βιοπορίζονται αλλού. Θα ήταν για μένα αδιανόητο, η σημαντική ψήφος των ελλήνων της Αμερικής, Καναδά ή Αυστραλίας (η μόνη αποδημία που πραγματικά έχει απομείνει) να καθορίσει τί είδους κυβέρνηση θα έχουμε στην Ελλάδα.

Γνωρίζω καλά την ψυχοσύνθεση των αποδήμων. Καθώς και τη σχέση της ελληνικής Πολιτείας μαζί τους. Ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα στενή, ιδιαίτερα παραγωγική. Η ελληνική Πολιτεία, ποτέ μέχρι σήμερα δεν είχε ένα οργανωμένο σχέδιο αξιοποίησης της Ομογένειας.. Ούτε και καταγραφής του δυναμικού της. Η σχέση μαζί της ήταν καθαρά τελετουργική, επιφανειακή και υποκριτική. Πέραν απο κάποιες επισκέψεις ελλήνων πολιτικών κατα την διάρκεια εθνικών επαιτείων και εορτών (φέτος είχαμε τον φουστανελά Ψωμιάδη), η πολιτική ελίτ και διανόηση της Ελλάδας αγνοεί παντελώς την ελληνική ομογένεια.

Οι ομογενείς μας βέβαια αγαπούν την Ελλάδα, στρατεύονται εθελοντικά για τους εκάστοτε εθνικούς σκοπούς (Μακεδονικό, Ελληνοτουρκικά, κλπ), και παρόλο που αποτελούν σημείο συναισθηματικής αναφοράς των έσω για τους υπέροχους δήθεν έξω, η σχέση είναι ουσιωδώς ανύπαρκτη και ασθενής. Οι διάσπαρτοι έλληνες των χωρών του πρώην Υπαρκτού Σοσιαλισμού εχουν κατα πλειοψηφία επιστρέψει στην μοντέρνα Ελλάδα, ψυχολογικά και οικονομικά καταρρακωμένοι. Ο ελληνισμός της Ευρώπης (Γερμανία, Κάτω Χώρες, Σκανδιναβία, κλπ), μην έχοντας αφομοιωθεί επιτυχώς, έχει επίσης συρρικνωθεί σημαντικά, ενώ ο υπερπόντιος ελληνισμός της Αμερικής βρίσκεται τώρα στην τρίτη του γενιά, έχοντας απωλέσει σχεδόν ολοκληρωτικά πολλά ελληνικά βιωματικά στοιχεία, καθώς και τη γλώσσα.

Ποιοί θα ψηφίσουν λοιπόν; Οι έλληνες τρίτης γενιάς που αγνοούν παντελώς την Ελλάδα; Ποιοί είναι συνειδητά Eλληνες; Αυτοί που ήρθαν μερικά καλοκαίρια στην ελλάδα, γνώρισαν το χωριό του πατέρα τους και την εικονική Ελλάδα του καλοκαιριού; Mε ποιό συνδυασμό κριτηρίων θα γράφεται ένας πολιτογραφημένος Eλληνας στους εκλογικούς καταλόγους του εξωτερικού; Ποιοί θα οργανώσουν τα γραφεία και τις δομές που απαιτούνται; Με ποιούς ελεγκτικούς μηχανισμούς θα εγγυηθούν τα εκλογικά αποτελέσματα;

Τα ελληνικά προξενεία ανα τον κόσμο (για όσους δεν γνωρίζουν), λειτουργούν με την νοοτροπία, δομή και παραγωγικότητα των ελληνικών δημοσίων υπηρεσιών. Αγένεια, ασχετοσύνη, και βεντέτα κατά της εξυπηρέτησης, στελεχωμένα και εδώ με την νοοτροπία του κολλητού (που αποσκοπεί να ενταχθεί μελλοντικά στο ελληνικό δημοσιουπαλληλίκι). Ποιοί θα στήσουν τους απαραίτητους μηχανισμούς για την μαζική συμμετοχή των ελλήνων αποδήμων του εξωτερικού στις εθνικές εκλογές;

Ποιοί θα καταγράψουν του έλληνες της Αμερικής οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν έχουν ούτε οικογενειακή ημερίδα στην Ελλάδα, ούτε ελληνικό διαβατήριο, ούτε ελληνικά χαρτιά, αλλά είναι και μπορούν να δηλώσουν έλληνες εδώ και τώρα, λόγω συγγένειας αίματος; Θα τους γράφουμε με συνοπτικές διαδικασίες; (δικό μας το παιδί). Πόσο πίσω θα πάει η καταγραφή; Και αν όλα αυτά γινουν σωστά, τότε ποιοί θα μετρήσουν τους Ελληνες της Τουρκίας και της Αλβανίας;

Θα έχουν δικαίωμα ψήφου και οι ορδές των Αλβανών, Πακιστανών, Αφγανών, Κούρδων και λοιπών που σήμερα έχουν πολιτογραφηθεί Ελληνες, αλλά αύριο θα αποδημήσουν για Λονδίνο και Παρίσι; Και τα παιδιά τους; Θα είναι Ελληνες; Η θα δούμε στο μέλλον και Ελληνες "μαιμούδες" σε εκλογικούς καταλόγους του Καζακστάν, της Γεωργίας και της Ρωσίας, κατα τα πρότυπα των ποδοσφαιρικών ελληνοποιήσεων, ή του παραδείγματος των Τούρκων της Γερμανίας που έφερναν 20 πιστοποιητικά παιδιών απο το χωριό οι καθένας, για να καρπωθούν τα χρηματικά βοηθήματα της Γερμανίας; Τα έχουν σκεφτεί όλα αυτά οι υπεύθυνοι; Ποιοί είναι, πόσοι είναι, και πού, τέλος πάντων βρίσκονται οι Ελληνες;

Πολλοί θα πούν πως έτσι κάνει και η Γαλλία ή η Αμερική. Αφήνουν τους πολίτες τους να ψηφίσουν απο όπου και νάναι. Τα νούμερα όμως και οι ιστορικές διαδικασίες είναι διαφορετικές (και η νομοθεσία πολύπλοκη). Η Γαλλία είχε αποικίες και έχει ιστορικά εμπεδώσει στην εμπειρία της την έννοια της Κοινοπολιτείας. Η Αμερική δεν θεωρεί πως έχει μετανάστες, απλά overseas Americans, οι περισσότεροι των οποίων βιοπορίζονται απο αμερικανικά συμφέροντα. Και οι εναπομείναντες, και στις δύο περιπτώσεις, αποτελούν μικρά εκλογικά νούμερα που δεν επηρρεάζουν τα εκλογικά ποσοστά των Μητροπόλεων. Η Γαλλία έχει πάνω απο 60 εκατομμύρια, η Αμερική πάνω απο 300, και το σύστημα των Εκλεκτόρων είναι διαφορετικό απο το σύστημα της άμεσης ψήφου.

Η Ελλάδα απεναντίας, ειναι μια χώρα πληθυσμιακά μικρή με τεράστιο αναλογικά αριθμό ελλήνων μεταναστών. Η ελληνική παρουσία στον μητροπολιτικό Καναδά ( Μοντρεάλ και Τορόντο), ειναι τεράστια σε αριθμό. Στο Σικάγο επίσης. Η Βοστώνη έχει πάνω απο 100 χιλιάδες έλληνες. Η Νέα Υόρκη ίσως εκατομμύρια. Η Μελβούρνη της Αυστραλίας αναφέρεται ως η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Ελλάδας. Η συμμετοχή των αποδήμων στις εθνικές εκλογές, θα επιφέρει τεράστιες ανατροπές στα σημερινά δεδομένα.

Χωρίς να έχουμε έστω και στοιχειωδώς τολμήσει να αγγίξουμε το Μεταναστευτικό θέμα που μας καίει, ή το θέμα της Ιθαγένειας, ξεκαθαρίζοντας ποιός είναι Ελληνας, τι θα είναι τα παιδιά του, χωρίς καμμία μελέτη, αλλά με περίσσιο συναισθηματισμό, λαϊκισμό και κομματοσύνη, φτιάξαμε ένα νομοσχέδιο και γρήγορα το πάμε στη Βουλή. Με μελλοντικές συνέπειες τεράστιες. Εχω την εντύπωση πως το όλο νομοσχέδιο σχεδιάστηκε με τους έλληνες της Αμερικής κατα νού, στην απελπισία της ΝΔ να μεγαλώσει πιθανώς την εκλογική της βάση. Το νομοσχέδιο βρωμάει απο παντού.Και το καταδικάζω.

Ας αφήσουν λοιπόν οι έλληνες μικροπολιτικάντηδες της συμφοράς, τους απόδημους να αγαπούν και να βοηθούν την Ελλάδα όπως εκείνοι ξέρουν και νομίζουν. Δεν υπάρχει λόγος να εισαγάγουμε μικροπολιτικές και διχόνοιες στις μακρινές αποικίες των Ελλήνων του κόσμου. Που σήμερα είναι ενωμένοι, μορφωμένοι, και ευημερούν.

Sunday, March 29, 2009

Springlets

Απο τα σπάργανα της γής, μωβιά ξεπεταρούδια, τα λουλουδάκια της πρωινού ανοίγουν το χαμόγελό τους στον ήλιο της ημέρας. Εβγαλε η κόρη μου μια κραυγή χαράς σαν τα είδε να μωβίζουν δισταχτικά στην άκρη του κήπου, μέσα απο μια γή καμμένη απο τους παγετώνες του χειμώνα. Πάσχισα και γώ να αποθανατίσω τη νέα ζωή της άνοιξης, τον σπόρο της ζωής που παραμονεύει να ξεπεταχτεί και πάλι στην ανακύκλωση της φύσης. Ενας μυστικός κώδικας ζωής που δεν θα μαθευτεί ποτές. Της αφιερώνω την ανάρτηση. Εκείνη, μου χάρισε τον τίτλο.

Μαζι της, και μια ανοιξιάτικη νότα έπαρσης.

Tuesday, March 24, 2009

Με οδηγό την Γνώση

Οταν η παγκόσμια οικονομία σταθεροποιηθεί και πάλι μέσα απο ένα καινούργιο σύστημα παραγωγής και κατανάλωσης (με την όποια μορφή πάρει), οι κερδισμένοι της κρίσης και αυριανοί ηγέτες αυτού του κόσμου, θα είναι εκείνοι που εν μέσω κρίσης, τη δύσκολη δηλαδή στιγμή της καταστροφολογίας, οραματίστηκαν κάτι το καινούργιο και το πρωτοποριακό.

Και το χρηματοδότησαν αδρά, προσαρμόζοντας όλους τους μηχανισμούς γνώσεις (πανεπιστήμια, οργανισμούς και εταιρείες) προς καινούργιες και επαναστατικές κατευθύνσεις.

Ενα λαμπρό παράδειγμα πρωτοποριακής σκέψης, έρχεται απο την πολιτεία της Μασσαχουσέττης, έδρα πενήντα τουλάχιστον καλά οργανωμένων και σοβαρών πανεπιστημίων, με στέρεη επιχειρηματική βάση, κουλτούρα γνώσης, νοοτροπία καινοτομίας, ρίσκου και οραματισμού, και πηγή παραγωγής σκέψης παγκόσμιας εμβέλειας και κύρους.

Πρόκειται για την χρηματοδότηση ερευνών σε θέματα Βιολογίας και Ιατρικής, που θα στηριχθούν πάνω στις έρευνες για τα Βλαστοκύτταρα. Η κυβέρνηση της πολιτείας της Μασσαχουσέττης, επεξεργάστηκε ένα σχέδιο επένδυσης και παραγωγής, που θα χρηματοδοτήσει πανεπιστήμια, νοσοκομεία και ειδικά κέντρα ερευνών, για μεγαλύτερες βιοιατρικές έρευνες.

Το κυβερνητικό σχέδιo ανακοινώθηκε πέρσι απο τον κυβερνήτη της πολιτείας κ. Deval Patrick, και συμπεριλαμβάνει ένα πακέτο χρηματοδότησης ύψους 1.25 δις δολλαρίων, στο οποίο συμμετέχουν κατα 25% και ιδιωτικές επιχειρήσεις (παίρνοντας το ανάλογο ρίσκο). Τα χρήματα θα καλύψουν εργαστηριακές έρευνες, εκπαιδεύσεις ερευνητών, και ειδικές Τράπεζες αποθήκευσης βλαστοκυττάρων.

Το σχέδιο εκπονήθηκε πριν την οικονομική κρίση του 2008, και επι προεδρίας Μπούς, ο οποίος μάλιστα είχε παγώσει τη χρηματοδότηση ερευνών πάνω σε εμβριακά βλαστοκύτταρα, με αποτέλεσμα η έρευνα να μεταφερθεί στην Ν. Κορέα και την Ιαπωνία. Με το σχέδιο αυτό, η Μασσαχουσέττη φιλοδοξεί να βρεθεί ισχυρά στην πρωτοπορία της Βιολογίας και της Ιατρικής του επόμενου αιώνα.

Παρόλους τους περιορισμούς της κυβέρνησης Μπούς και τα εμπόδια, η έρευνα συνεχίστηκε απο ανθρώπους όπως ο κ. Douglas Melton, παράγοντας βλαστοκύτταρα όχι μόνον απο έμβρυα, και κατορθώνοντας με τον καιρό να τα πολλαπλασιάσει σε τεχνητό περιβάλλον, καταργώντας έτσι και την εξάρτηση απο τα αρχικά κύτταρα.


Στο Stem Cell Institute (HSCI) του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, η μάχη δίνεται σήμερα για την παραγωγή κυττάρων που θα μπορούσαν να μεταφυτευθούν σε έναν ανθρώπινο οργανισμό, αντικαθιστώντας γηρασμένα και άρρωστα κύτταρα με υγιή, παράγοντας τους φορείς αντισωμάτων που αντιστέκονται βιολογικά στην επιδείνωση κυττάρων με ασθένειες όπως το AIDS, Parkinson, και Alzeimer's.

Zώντας με το διαβητικό παιδί του (Τύπου Ι), ο κ. Melton έχει μια προσωπική βεντέτα με την ασθένεια του Διαβήτη. Μέρος της βιοχρηματοδότησης θα αφιερωθεί στην ήδη ελπιδοφόρα έρευνά του, για την παραγωγή κυττάρων που θα μπορούν να παράγουν Ινσουλίνη ματαφυτευόμενα στο Πάγκρεας ενός ανθρώπου. Θα είναι ένα ιατρικό θαύμα. Τα ασθενικά διαβητικά κύτταρα θα μπορούν να αντικατασταθούν με άλλα υγιή, γιατρεύοντας ετσι για πάντα τον «σιωπηλο δολοφόνο» (και καταργώντας διαπαντός τις ενέσεις Ινσουλίνης).

Τις αρχές Μαρτίου, ο νέος πρόεδρος κ. Ομπάμα, υπο την καταιγιστική έγκριση της επιστημονικής κοινότητας, αντέστρεψε με ειδικό διάταγμα τις απαγορευτικές διατάξεις του νόμου Μπούς περι βλαστοκυττάρων, ανοίγοντας έτσι ξανά, την πόρτα για την αναβίωση της Βιολογίας του 21ου αιώνα.

Το κυβερνητικό σχέδιο του κυβερνήτη της Μασσαχουσέτης κ. Deval Patrick, εχει και αυτό εγκριθεί απο την τοπική Βουλή, και η χρηματοδότηση θα γίνει μέσα απο τον ειδικό οργανισμό The Massachusetts Life Sciences Center. Η κυρία Susan Windham Bannister, πρόεδρος του οργανισμού, είναι τώρα υπεύθυνη για να μοιράσει ένα δισεκατομμύριο δολλάρια, και να δημιουργήσει έναν πυρήνα έρευνας και εταιρειών, μέσα απο τον οποίον θα δημιουργηθούν πολλές μελλοντικές δουλειές, και φάρμακα για την ανθρωπότητα.

Δεν έχω παρα να καταθέσω τον θαυμασμό μου για το σχέδιο του κυβερνήτη κ. Deval Patick, και την όλη ολοκλήρωση του σχεδίου. Είναι ένα παράδειγμα στρατηγικής και χρήσιμης σκέψης προς μίμηση. Για τους ενδιαφερομένους, παραθέτω ενα αρθρο του ΤΙΜΕ για τα βλαστοκύτταρα, και ένα βίντεο με μια συνέντευξη της κας Susan Windham Bannister σε τοπικό κανάλι της Βοστώνης. Είναι ακριβώς η στρατηγική σκέψη και σοβαρότητα που θαυμάζω.

Monday, March 23, 2009

Ανοιξιάτικες επισκέψεις...

Θυμήθηκε φευγαλέα τη δροσιά του πρωινού, τα λουλούδια της αυλής, το αρχοντικό σπίτι με τη τη θέα στη θάλασσα. Τους εργάτες που περπατούσαν στον χωματένιο δρόμο, μισοξυπόλητοι, καθοδόν πρός τα ζαχαροκάλαμα. Και την αρχαία εκκλησιά των Ισπανών που ηχούσε την κυριακάτικη καμπάνα της σύναξης. Μια λουλουδιασμένη φυλακή το νησί του Κολόμβου, ένας κόσμος χωρισμένος στα δύο. Οι μαύροι της Αϊτής απεδώ, οι εκλεκτοί απόγονοι των Ευρωπαίων απεκεί. Θεσπέσιες μουσικές, φαγητά κι αρώματα. Και στο κέντρο, το αρχοντικό σπίτι με τα πολλά χρώματα, τα άλογα, τα εξωτικά φρουτόδεντρα. Μέτρησε τα προσωπικά του λάφυρα...

Κάποια ανησυχία τον ξύπνησε. Εγειρε το κορμί του να την αντικρύσει. Είδε την τηλεόραση να παίζει χαμηλόφωνα μέσα στη νύχτα, μερικά βιβλία στο πάτωμα. Σηκώθηκε ταραγμένος. Καθώς έβαζε τον πρωινό καφέ στο φλυτζάνι, κατάλαβε πως εκείνη είχε έρθει ξανά στο όνειρό του. Στο μυαλό του έπαιζε μια μελωδία. Τινάχτηκε για να αποφύγει τη μυρωδιά της που τον έκαιγε. Ενοιωσε ξαφνικά την Ανοιξη να πλησιάζει. Και το περίεργο συναίσθημα που κάθε τέτοια εποχή του χτυπούσε την πόρτα βίαια. Εμεινε σκεπτικός μες στο σκοτάδι...

Friday, March 20, 2009

Ταξίδι στην Ιθάκη

Μια ομάδα φίλων της ομογένειας, μαζευτήκαμε κάποτε σε κάποιο σπίτι με σκοπό να μελοποιήσουμε τους στίχους ενός φίλου, που ενώ επίσημα ασκούσε το επάγγελμα του Χρηματιστή, για μάς ήταν απλά ένας καλός και αφανής ποιητής. Κανείς μας δεν ήταν επαγγελματίας μουσικός, κανείς μας δεν είχε πείρα απο συναυλίες και ηχογραφήσεις. Δεχτήκαμε τον όποιο ερασιτεχνισμό μας σαν πρόκληση για μεγαλύτερη μουσική μάθηση και παιδεία, και τον σκοπό σαν μια ευκαιρία για καλή παρέα και συζήτηση.

Και έτσι, γεννήθηκε το Ταξίδι στην Ιθάκη. Ενα μουσικό σχήμα πέντε φίλων, μεταξύ των οποίων και ο οικοδεσπότης σας, που μαζευόνταν τις κυριακές για πρόβες στα σπίτια μας, προσφέροντας εξαιρετικούς μεζέδες και καλή παρέα. Η μοναξιά της μετανάστευσης είναι μερικές φορές παραγωγική. Στις συναντήσεις ανταλλάσονταν βιβλία, μουσικές ιδέες, αστεία και άλλα ομογενειακά. Αλλος ενδιαφερόνταν για κάποια πανεπιστημιακή μουσική εκπομπή, άλλος για την τοπική τηλεόραση, άλλοι συμμετείχαν σε διάφορες ομογενειακές οργανώσεις. Κάποιος φίλος, ο Θανάσης (τραγουδιστής του σχήματος), τρομερός και ατρόμητος ιστιοπλόος και μεγάλος πλακατζής, μας μιλούσε απο τότε για το όνειρό του να περάσει τον Ατλαντικό με σκάφος.

Μετά απο μερικές συναντήσεις, το σχήμα απέκτησε καλύτερη κατευθυνση και σκοπό. Θα σχημάτιζε έναν νομικό μη κερδοσκοπικό οργανισμό, και θα έκανε διάφορες συναυλίες, τα έσοδα των οποίων θα τα μοίραζε σε διάφορους σκοπούς. Και έτσι έγινε. Σταδιακά, το συγκρότημα ενοικίασε τον δικό του χώρο σε κάποιο βιομηχανικό κτίριο, και εκεί, άρχισε να επανδρώνει ένα μουσικό στούντιο, που σιγά σιγά, εκτός απο το όμορφο σαλόνι, απέκτησε και συστήματα ηχογράφησης, καλά μικρόφωνα, και πληθώρα άλλων μουσικών αντικειμένων. Οι συναντήσεις εντατικοποιήθηκαν.

Κάποτε, το συγκρότημα χρειάστηκε έναν πιανίστα για μια συγκεκριμένη μουσική συναυλία. Βάλαμε λοιπόν μια αγγελία στην τοπική εφημερίδα, και ξάφνου, έγινε κατακλυσμός ενδιαφερομένων. Παιδιά απο την Ελλάδα και την Κύπρο που σπουδαζαν μουσική, διάφοροι άλλοι βαλκάνιοι ενδιαφερόμενοι απο τα κράτη που πολιτικά αντιμάχεται η Ελλάδα, και αμερικανοί γιάπηδες το πρωί και χίππυδες το βράδι, με ενδιαφέρον για την μουσική. Ετσι, μετά απο μερικές δύσκολες συνεντεύξεις, το γκρούπ επανδρώθηκε πλήρως μουσικά, καί άρχισε μια ενδιαφέρουσα πορεία. Η μουσική ενώνει.

Οι πρώτες συναυλίες σε ομογενειακό κύκλο, ήταν μια ευχάριστη έκπληξη. Ηταν τρομερό να βλέπεις πως απο το απόλυτο μηδέν, ένα μουσικό σχήμα μπορούσε να κάνει μουσικές συναυλίες με αρχικό κοινό 400 τουλάχιστον άτομα. Και οι ομογενείς μας, πολλοί απ αυτούς με ελάχιστη πλέον σχέση με τα δρώμενα της σύγχρονης Ελλάδας, έρχονταν με τα παιδιά τους, να ακούσουν τις έντεχνες μουσικές διαδρομές, πληρώνοντας το υπέρογκο εισιτήριο των 10 ή 20 δολλαρίων, ανάλογα με τον σκοπό.

Δεν υπερβάλλω, και είμαι υπερήφανος να πώ, πως με τον τρόπο αυτό, μαζεύτηκαν χιλιάδες δολλάρια, που δόθηκαν σε κάποιο σκοπό που άξιζε. Και δεν είναι μόνον αυτό. Εμφανίστηκαν σύντομα, μέσα απο τους ελληνικούς συλλόγους, εθελοντές κάθε είδους, άλλος για το πρόγραμμα της συναυλίας, άλλος για την οργάνωση, και πολλές μα πολλές κυρίες για εθελοντικές προσφορές φαγητού, και άλλων εδεσμάτων που προσφέρονταν στο τέλος της συναυλίας. Ολα δωρεάν και εθελοντικά.

Και έτσι συνεχίσαμε. Στα επόμενα μερικά χρόνια, πριν το γκρούπ διαλυθεί απο τις δυναμικές του χρόνου, έντεχνα μουσικά προγράμματα παρουσιάστηκαν σε υπέροχα πανεπιστημιακά θέατρα, άλλα μοντέρνα, και άλλα κλασσικά. Και μέσα απο αυτή την επαφή, γνωριστήκαμε και με τον ακαδημαϊκό και επιχειρηματικό κόσμο της ομογένειας, που ειναι τεράστιος, καλόβουλος και ευρηματικός.

Εγιναν πάνω απο 15 συναυλίες, δύο ηχογραφήσεις απο τις οποίες το γκρούπ ζημιώθηκε τα μέγιστα, και απίθανες συγκεντρώσεις και συζητήσεις. Επιστρέφοντας απο μια διαδήλωση κατα του πολέμου του Ιράκ στη Νέα Υόρκη, ο φίλος και ποιητής Μακης Εμμανουηλίδης, έγραψε ένα καταπληκτικό και βαθιά προβοκατόρικο πολιτικό τραγούδι, το οποίο τελειοποιήθηκε στο αυτοκίνητο, στον δρόμο της επιστροφής. Καποια δοκιμαστικά στάλθηκαν μαζί με μια αίτηση του συγκροτήματος, να συμμετάσχει το άσμα στη Γιουροβίζιον! Απορριφθήκαμε ασυζητί. Νομίζω πως χάσαμε απο τον κ. Καρβέλα.

Μουσικά, έγιναν όλων των ειδών τα λάθη. Και έτσι μάθαμε πολλά. Γιατί αν δεν κάνεις λάθη, δεν μαθαίνεις. Και ενώ κανείς δεν περίμενε να αναστατώσουμε τα μουσικά δρώμενα της πατρίδας με τις δημιουργίες μας, εμείς, αδιαφορώντας για την οποιαδήποτε μουσική εξέλιξη, συνεχίσαμε να κάνουμε το κέφι μας παίζοντας τη μουσική μας.

Το μόνο που θα ήθελα να δώ, είναι να γίνει μια έκδοση των ποιημάτων του φίλου Μάκη απο την Καβάλα, ο οποίος είναι πράγματι καταπληκτικό ποιητικό ταλέντο. Και να περάσει με επιτυχία ο φίλος Θανάσης απο τα Πετράλωνα, τον Ατλαντικό, ξεκινώντας απο τις Μπαχάμες με ιστιοφόρο. Κατα τα άλλα, θα ήθελα ολόψυχα να ευχαριστήσω όλα τα παιδιά για το υπέροχο Ταξίδι στην Ιθάκη. Για κείνους που μετα τις σπουδές τους επέστρεψαν στην Ελλάδα, να ευχηθώ καλή επιτυχία. Επιλέγω και μερικά ακούσματα απο μια μουσική μας ηχογράφηση.

-------------------------------------------
Δεν απεικονίζομαι στη φωτογραφία των παιδιών του συγκροτήματος. Το site φτιάχτηκε αργότερα, όταν το μουσικό σχήμα ήταν πλέον διαφορετικό. Μια μέρα, θα ανανεώσουμε την ιστοσελίδα με αναφορά σε όλα τα παιδιά που πέρασαν απο το συγκρότημα. Και ειναι πολλά.

Στίχοι, μουσική: Mάκης Εμμανουηλίδης
Τραγούδι: Θανάσης, Νεκταρία
Journey to Ithaca
All rights reserved

Thursday, March 19, 2009

Amerika

Χαμένη στην ομίχλη, μελαγχολική και μυστηριώδης, η μεγάλη χώρα χάνεται στο βάθος του ορίζοντα. Αυτή την είκόνα αντίκρυσαν για χρόνια οι νιόφερτοι του Νέου Κόσμου, πριν ξεκινήσουν μια νέα ζωή. Για πολλούς, είναι απλά μια ιδέα, ένας χώρος που χωράνε όλοι, ένας τόπος για να ανήκεις, όταν όλοι οι άλλοι τόποι έχουν τελειώσει. Γιατί είναι ωραίο να ξέρεις πως ανήκεις κάπου. Πολλοί άνθρωποι δεν ανήκουν πουθενά.

Δεν είναι ο τέλειος κόσμος, είναι όμως ένας κόσμος αληθινός. Θα μπορούσε να τον παρομοιάσει κανείς με ένα καράβι που χτίστηκε να ταξιδεύει, να ψάχνει νέους ορίζοντες, να ανακαλύπτει συνεχώς. Να ρισκάρει στα κύματα ενός άγνωστου κόσμου, να χώνει τη μύτη της παντού, παλεύοντας με ανέμους και κύματα, πέφτοντας σε ξέρες, ενίοτε παθαίνοντας μεγάλες καταστροφές, αλλά πάντα συνεχίζοντας με ορμή, ενέργεια και περιέργεια. Υπάρχουν κι άλλα καράβια που μένουν στο λιμάνι, και είναι ασφαλή. Τούτο, επέλεξε να ταξιδέψει.

Πολλοί διατείνουν πως τη μισούν, γιατί αντιπροσωπεύει έναν κόσμο άδικο, άπληστο, που οι ίδιοι δεν θάθελαν να ζήσουν. Κάποια ανωμαλία στην ανθρώπινη ιστορία και εμπειρία. Δεν συμφωνώ, αλλά δεν έχει σημασία. Πιστεύω όμως, πως αν όλοι οι κόσμοι κάποτε χαθούν και μείνει μόνον η Ιστορία, τούτο το μέρος θα το θυμούνται για κάτι πολύ απλό κι βαθιά ανθρώπινο – την Ελπίδα.

------------------------------------------
Picture by Locus Publicus, free for public use
New York City

------------------------------------------

Wednesday, March 18, 2009

Γεννητούρια στη Σκουφά

«... Η ΛΑΒΑ της κοινωνικής εξέγερσης εξαπλώνεται και πυρπολεί τα στηρίγματα και τα σύμβολα της εξουσίας και των αφεντάδων. Συγκρούσεις με τα ΜΑΤ (...). Περικυκλώσεις και επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα σε όλη την Ελλάδα. Καίγονται τράπεζες και πολυεθνικές εταιρείες (...). Εκατοντάδες προσαγωγές. Προφυλακίσεις. Η εξέγερση είναι εδώ... Αν πλήξουμε το ίδιο το νόημα της ύπαρξής τους, την Κατανάλωση...το ισχυρότερο στήριγμα του εμπορευματικού καθεστώτος, τη μεσαία τάξη, τους δολαριόφρονες. Πώς θα τους χτυπήσουμε; Καταστρέφοντας συστηματικά το ναό του θεοποιημένου εμπορεύματος: την Αγορά.»

Και ενώ βρίσκομαι συνειδητά σε έναν αγώνα δρόμου προσπαθώντας να κατανοήσω καλύτερα τον κόσμο γύρω μου, έχοντας ξανασυλλέξει τα κλασσικά κείμενα οικονομολόγων, ανθρωπιστών, φιλοσόφων και ιστορικών, ξαφνικά πληροφορούμαι πως στην πατρίδα γεννήθηκε καινούργιο λαϊκιστικό τερατάκι. Κυοφορείται προφανώς απο τις 6 Δεκεμβρίου, και τελευταία, έκανε τα πρώτα του μπαχαλάκικα βήματα στο Κολωνάκι. Μετά απο μια περίοδο προπόνησης και ιδεολογικού Πολποτισμού, το τερατάκι άνοιξε φτερά. Εχει αρχίσει μάλιστα και εναν καινουργιο ιδεολογικό αγώνα. Τον αγώνα για την κατάργηση της Αγοράς!

Το τηλεκατευθυνόμενο και εκνευριστικό λαϊκιστικό τερατάκι, έρπεται στους δρόμους της πατρίδας και καταστρέφει περιουσίες και αξιοπρέπειες. Εχει ιστορική αντίληψη του τι ζητάει; Οχι, δεν του χρειάζεται, αρκεί που δεν γουστάρει Αγορές. Πρίν ακόμα προλάβει να μάθει ποιά ειναι η διαφορά ανάμεσα στον Λαζόπουλο και τον Καποδίστρια, τον Καρβέλα και τον Μάνο Χατζηδάκι, τον Μάρξ και τον Κeynes, πριν ακόμα μελετήσει και νοιώσει έστω και μία διάσταση και ερμηνεία της Ιστορίας, ή αποκτήσει λίγη πείρα απο τη ζωή, το πολποτικό ανήλικο τερατάκι έχει πολιτικές απαιτήσεις και κάνει τρομοκρατικό αγώνα με βαριοπούλες. Θέλει την κατάργηση της Αγοράς, ενός απο τα πρώτα ανθρώπινα δημιουργήματα (μέσα στο οποίο πουλήθηκε και το αρχαιότερο επάγγελμα). Και απειλεί, καταστρέφει και τρομοκρατεί.

Πάνω στην ανέχεια (ακόμα) ενός ολόκληρου λαού, το καμποτζιανό ρομποτάκι της παπαγαλίας, της αμάθειας και του θράσους, γαλουχημένο μέσα απο σχολικές καταλήψεις, την αλητεία των γηπέδων, την κομματική παραπληροφόρηση των κομπλεξικών του χορηγών, τον άκρατο αμοραλισμό του Λαϊκισμού, και την ανοχή των γονιών του, ξεκινάει λέει, αγώνα κατα της Αγοράς. Εχει όπλα, βαριοπούλες, Ασυλο και σπόνσορες. Και τώρα θέλει θύματα.

Μπά, δεν πιστεύω πως το καλαμπούρι θα τραβήξει και πολύ. Πολλά ψήνονται, υποβόσκουν και περιμένουν. Και η Ιστορία που αμείλικτα αλέθει, καλεί σιγα σιγά τώρα και την Ελλάδα, να εισέλθει στο τελευταίο στάδιο της παρακμής της, όπου θα ξεκαθαρίσει τα προβλήματά της με τους ανόητους καμποτζιανούς στρατιωτίσκους και τους στρατηγούς τους. Με τον γνωστό, επίκαιρο και αποτελεσματικό δαρβινιστικό της τρόπο. Τη μέθοδο της Βίας. Προετοιμαστείτε. Η καταιγίδα έρχεται. Τα σημάδια είναι παντού.

Monday, March 16, 2009

Κάθε Φερράρι και καημός

Και ενώ γίνεται χαλασμός Κυρίου σε παγκόσμιο οικονομικό επίπεδο, ενώ η μία μετά την άλλη οι εταιρείες κλείνουν, συγχωνεύονται και απολύουν, ενώ κράτη και οικονομικοί κολοσσοί καταρρέουν, έλαβα την Κυριακή μια πρόσκληση για να παρευρεθώ στην έναρξη μιας αντιπροσωπείας Φερράρι!

Μέσα σε μια πανηγυριώτικη ατμόσφαιρα, με πολύχρωμα μπαλόνια, κομφετί και εναν υπέροχο Μεξικανικό μπουφέ, σαράντα (40) απαστράπτουσες Φερράρι, ξεφορτώθηκαν στο χώρο της αντιπροσωπείας και μοιράστηκαν στο καλογυαλισμένο σαλόνι. Μέση τιμή, 250 χιλιάδες δολλάρια.

Ο περίεργος (και ωραίος ιδιοκτήτης) που έχει επίσης σπουδάσει μουσική στο Berklee School of Music, με πληροφόρησε πως εκτός απο τις Φερράρι, μόλις τέλειωσε και την ηχογράφηση της καινούργιας του ροκιάς. Μου έδωσε μάλιστα και τιμητικά ένα υπογεγραμμένο cdάκι. Ο τίτλος, "Χαμηλές Προσδοκίες". "Aπαισιόδοξος τίτλος" παρατήρησα. "Ναι" μου απάντησε χαμογελώντας. "Πάει με τους καιρούς μας..."

Πλούσιος σίγουρα, εκκεντρικός και κομπλεξικός όχι, ο κ. Μπόκ έχει ενα πραγματικό ενδιαφέρον για τη μουσική. Εχει επενδύσει εκατομμύρια απο τα δικά του χρήματα για τη δημιουργία ενός οργανισμού που προάγει τη μουσική. Αποτελεί μέρος μιας κουλτούρας (κυρίως αμερικανικής), που θέλει τους επιχειρηματίες να έχουν μια ενεργή συμμετοχή στα διάφορα προβλήματα της ευρύτερης κοινωνίας. Γιατί οι επιχειρηματίες, πράγματι, μπορούν να παίξουν πολλούς και παραγωγικούς ρόλους σε μια κοινωνία.

Απο τη συνάντηση, έφυγα κερδισμένος. Δεν θα αγοράσω Φερράρι (και ούτε ενδιαφέρομαι), τον έπεισα όμως να χρηματοδοτήσει ένα μουσικό κέντρο στο σχολείο που πηγαίνουν τα παιδιά μου.

Τον ευχαριστώ.

------------------------------------

Κάνετε κλίκ το κουτάκι «Νew Video» για να ακούσετε τη ροκιά.

Καλή εβδομάδα:)

Thursday, March 12, 2009

Christie

Η φίλη Christie ειναι Αρμένισσα. Τα ελληνικά είναι μια μακρινή της γλώσσα. Καθοδόν προς τη μεγάλη χώρα, η ζωή την ξέβρασε για λίγο και στον τόπο μας. Με συνοδεία μιας κιθάρας και πιάνου, σαν την παραδίδω προς ακρόαση. Απο μια δοκιμαστική ηχογράφηση.

Την ευχαριστώ για την τιμή.
---------------------------------------------
Picture by Locus Publicus, free for public use
Road to Budha - Kyoto, Japan

---------------------------------------------

Tuesday, March 10, 2009

Επιτέλους Κινητροδότηση Δεξιοτήτων

Kρατάω την ανάσα μου, φίλοι μπλόγγερς, μέχρι να αποκωδικοποιήσει ο κ. Μπαμπινιώτης όλες τις θέσεις και απόψεις για την Παιδεία. Είμαι απολύτως σίγουρος πως επιτέλους η Παιδεία στην Ελλάδα θα εκτοξευτεί σε επίπεδα υψηλής ποιότητας. Θα χρειαστεί ο άνθρωπος, όπως μάθαμε, ένα εξάμηνο για να δαμάσει την υψηλή συλλογική, αλλά τί να κάνουμε, το καλό το πράγμα αργεί.

Και πως να μην είμαι αισιόδοξος όταν ακούω πως στο νέο σύστημα θα εισαχθεί και Ζώνη Πολιτισμού που θα συνδέσει την Παιδεία με τον Πολιτισμό μας. Ακούγεται πολύ σοβαρό αυτό. Θα φάμε δηλαδή τέτοια αριστερίστικη θολοκουλτούρα και λαϊκισμό στη μάπα που θα μας στεγνώσει ο εγκέφαλος. Ειδικά ο όρος «κινητροδότηση δεξιοτήτων», με το οποίο θα ασχοληθεί επίσης ο μέγας γλωσσολόγος, είναι όλα τα λεφτά. Με άγγιξε βαθύτατα. Το είπε και ο Αρης.

Και μια και ξέρω πως ξεκινάμε απο μηδενική βάση, να συνεισφέρω και γώ τη γνώμη μου. Θα πρότεινα λοιπόν τον όρο «Ξεσκατάρισμα Τοπίου», Landscape Xeskatarisma, στα αγγλικά. Και αναφέρομαι βέβαια στον βόθρο των διαφόρων ΤΕΙ που έχουν γεμίσει τη χώρα με σχολές του χαβαλέ και της σοβιετικής έμπνευσης αντιπαραγωγικής μόρφωσης και θολοκουλτούρας. Καταννοώ βέβαια πως κάθε δήμος και δήμαρχος τα θέλει για την τοπική οικονομία και αγορά. Στις διάφορες τοπικές κοινωνίες της επαρχίας, ειναι το καλύτερο μέρος για καμάκι, λαϊκό μπουζουκοξεφάντωμα και σφηνάκια. Εχω φίλους που βιοπορίζονται απο αυτό το μοντέλο, και δεν το αλλάζουν με τίποτα. Δεν υπάρχει αντικείμενο σπουδών, ούτε μαθήματα, ούτε προετοιμασία, το κοινό είναι επιπέδου Θώδη, και το όλο περιβάλλον θυμίζει πρωινάδικο και ξεκολιαριλίκι. Το καμάκι όμως, μου λένε, είναι δυνατό. Ακουσα επίσης πως συζητιέται να εξισωθούν τα ΤΕΙ με τα άλλα Πανεπιστήμια. Σοφή σκέψη φίλοι μπλόγγερς. Πώς να φέρω αντιρρήσεις...

Ποιός δεν θα ήθελε για παράδειγμα να σπουδάσει Ιχθυολογία στα ΤΕΙ Μεσολογγίου, περνώντας μερικά δημιουργικά χρόνια επιστημονικής περισυλλογής ενοικιάζοντας ενα υπαίθριο δωματιάκι χωρίς τουαλέτα σε ταράτσα για 500 ευρώ το μήνα; Ποιός θα έχανε την ευκαιρία να κοιμάται κάτω απο κλιματαριά, οσφραινόμενος την αρμύρα της Ιεράς Πόλης της Επανάστασης, μέ άμεση πρόσβαση σε τουλάχιστον 100 μπαράκια και ξενυχτάδικα;

Ποιός δεν θα ήθελε να πάει επιτέλους σε ενα απο τα 35 γεωπονικά τμήματα των ΤΕΙ της χώρας, όπου προετοιμάζονται οι καινούργιες τεχνολογίες του 21 αιώνα; Η στα τρομερής προοπτικής και κατάρτισης τμήματα Διαχείρισης Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων ή Διοίκησης Eπιχειρήσεων Aγροτικών Προϊόντων και Tροφίμων που απ’ ό,τι ακούω αποκτά η γενέτειρα;

Είμαι ενθουσιασμένος. Η προετοιμασία και στρατηγική αυτής της κυβέρνησης για την Παιδεία, είναι τόσο εντυπωσιακή, φίλοι μπλόγγερς, που για να σας δώσω ένα παράδειγμα, πρίν λίγους μήνες, ήρθε και στη γενέτειρα ο κ. Στυλιανίδης, και ανακοίνωσε την ίδρυση νέου Πανεπιστημίου. Ενθουσιάστηκαν και οι ντόπιοι (καλά έκαναν οι άνθρωποι), αλλά μετα λίγες μέρες, παρά τις βαρύγδουπες ανακοινώσεις, ο υπουργός δεν θυμότανε ακριβώς τί ήτανε στο σχέδιο του νέου πανεπιστημίου (τόσο προχωρημένη ήταν η μελέτη), και δεν ήταν σίγουρος σε ποιά πόλη ακριβώς θα το έχτιζε. Ετσι το Πανεπιστήμιο Αγρινίου έγινε Πανεπιστήμιο Δυτικής Ελλάδας χωρίς έδρα, ο ίδιος δεν περνάει πια απο την πόλη, και η όλη υπόθεση αναμένει Ξεσκατάρισμα.

Ακούω πως τσακώνονται και για τη Βάση. Σωστό. Οταν η βάση ηταν 5, δούλευαν όλα τα μπαράκια. Οταν έγινε δέκα, έσπασε η κίνηση, και τα δωμάτια κάτω απο τις κλιματαριές μένουν ξενοικίαστα. Να καταργηθεί λοιπόν και η Βάση. Ολοι μέσα. Και μην ξεχνάμε και το πατροπαράδοτο Ασυλο. Στα ΤΕΙ της γενέτειρας, οι ψαράδες απευθύνονται πιά στους φοιτητές για βελτιωμένους δυναμίτες για ψάρεμα. To σύστημα δουλεύει.

Επιτέλους λοιπόν, θα γίνει κινητροδότηση δεξιοτήτων. Κύριε Μπαμπινιώτη, πάρε το θέμα πάνω σου...

* Στην ανακοίνωση βέβαια, δεν έγινε καμμία αναφορά για σύνδεση με την Αγορά. Επουσιώδη θέματα για τους λαϊκιστές κυβερνώντες..

Thursday, March 5, 2009

O Δράκος της Μακρυνούς

Μπήκε τρέχοντας και αγκομαχώντας στο σπίτι. Με το πρόσωπο χλωμό, έτρεχε ο ιδρώτας ακολουθώντας τις ρυτίδες. «Κυρ Αλέξη... πάρε το παιδί και φύγε... έρχονται....θα σκοτώσουν το παιδί... θα κάψουνε το σπίτι...»

Τινάχτηκε όρθιος ο κυρ Αλέξης, χλώμιασε και ένοιωσε μια τρεμούλα να τον κυριεύει. «Ποιός μωρέ έρχεται... ποιός θα μου σκοτώσει το παιδί...»

«Ο Μάρκος ο Τσιτσέλης... είναι στο δρόμο...φύγε κυρ Αλέξη, σώσε το παιδί...»
«Φάνη, είσαι σίγουρος.. ξέρεις τί λές;»
«Φύγε κυρ Αλέξη... σε παρακαλώ... φύγε τώρα...»

Τράβηξε το παιδί ο κυρ Αλέξης αγκαλιά, δεκαεπτά χρονών παληκάρι, το αγκάλιασε. «Πάμε αγόρι μου, πάμε για λίγο...». Δεν πρόλαβαν να πάρουν μαζί τους πολλά ρούχα. Ο,τι βρήκαν στο δρόμο τους. Και ξεχύθηκαν στην ήσυχη νύχτα, στο χωματόδρομο που ανέβαινε προς το βουνό. Την Ανω Μακρυνού. Είχε κρύο η βραδιά, ακουγόνταν μονάχα λίγα μοναχικά πουλιά να κράζουν μακρινά στο διάβα τους. Σκοτάδι. Σκόνταφταν που και πού σε πέτρες, αλλά ήξεραν το δρόμο της ανηφοριάς. Θα σταματούσαν στη βρύση για νερό. Και μετά, σε κάτι συγγενείς. Δυό ώρες δρόμο.

Οι άντρες φάνηκαν μετά απο ώρα. Με άλογα. Στάθηκαν για λίγο στη εξώπορτα κοιτώντας το πέτρινο σπίτι με τις κλιματαριές. Το πορτάκι άνοιξε έυκολα. Το πέτρινο σπίτι ήταν σκοτεινό. Οι ένοικοι είχαν φύγει.

Κάποιος χτύπησε την πόρτα μ' ένα λοστάρι. Δυνατά. Σχεδόν σάπια η πόρτα, υποχώρησε γρήγορα. Μύριζε ακόμα η ζέστα των ξύλων καθώς μπήκαν στο σπίτι. Σκόρπια τα μισοαναμμένα κάρβουνα στο τζάκι. Ανοιχτό το παράθυρο για να φεύγει ο καπνός. Σκάλισε o άντρας λίγο τη φωτιά και τη δυνάμωσε φυσώντας. Εριξε κι άλλα ξύλα στη φωτιά. Το τζακι φούντωσε και πάλι.

Οι άλλοι δύο της παρέας, παραβίασαν την αποθήκη. Ηταν γεμάτη λάδια, μπαχαρικά, ξηρούς καρπούς, ρύζια, φασόλια, τρόφιμα.
Ο κυρ Αλέξης είχε κλείσει πριν λίγο καιρό το μικρό του μπακάλικο και μετέφερε εδώ όλο του το βιός. Είχε φαγητό για μήνες, ίσως χρόνια, έλεγαν πολλοί, και το κλείδωνε καλά στην αποθήκη. Ηταν οι καιροί δύσκολοι. Λίγο το φαί, λίγο το λάδι...

Αδειασαν την αποθήκη. Μετέφεραν τα κουτιά με τις κονσέρβες, τα λάδια, τις φακές, τα φασόλια, σ΄ενα μικρό κάρο που είχαν στο χώρο της αυλής. Ο,τι βρήκαν το πήραν. Και κρασί. Κόκκινο, παλιό κρασί, τριών χρόνων βαρέλια. Τα πήραν όλα. Εψαξαν κατόπιν το σπίτι, σπιθαμή προς σπιθαμή. Βρήκαν κάτι λίγα κατοχικά λεφτά, πολύ λίγα, κι άχρηστα. Μονάχα σ’ ένα σεντούκι, κάτι ασημικά. Παίρνοντας κατόπιν φωτιά απ' το τζάκι, άναψαν τις κουρτίνες, τις κουβέρτες και τα κρεβάτια. Φούντωσε ξαφνικά το σπίτι απο καπνό, έγινε ένα αλλόκοτο ξαφνικό φώς, πετάχτηκε η φωτιά και έλαμψε τα πάντα.

Τα άλογα είχαν αρχίσει να φοβούνται. Τράβηξαν το κάρο σιγά σιγά στο δρόμο και στάθηκαν στιγμιαία να κοιτάξουν το σπίτι. Βούλιαξε η στέγη ξαφνικά, μ’ ένα κρότο δυνατό, οι διαβρωμένες πόρτες ξεκόλλησαν απο τους μεντεσέδες και σκορπίστηκαν καρβουνιάσμένες στην αυλή. Φωτιά παντού, μέ μια βοή που τρόμαζε, τη βοή του θανάτου. «Πάμε, θα καεί μόνο του...»

Αλλόκοτη μορφή ο Καπετάν Δράκος. Απαρνήθηκε το όνομά του, Μάρκος Τσιτσέλης, και βγήκε στο βουνό. Κάποιος γερμανός, λένε, τον χτύπησε μια μέρα στο δρόμο. Εκείνος σηκώθηκε όρθιος, και τον σκότωσε με τα δυό του χέρια. Τον αποτελείωσε στο περβάζι του σπιτιού του, εκδίκηση για την προσβολή, μπροστά στους ασβεστωμένους βασιλικούς. Και σαν συνήλθε απ’ αυτό πούκανε, έκλαψε σαν μωρό παιδί. Και μετά έφυγε. Λίγους μήνες αργότερα, βρέθηκε με τους αντάρτες στα ορεινά του Θέρμου, και χάθηκε για μήνες στο βουνό.

Για το φονικό αυτό, οι Γερμανοί, σκότωσαν δέκα στο χωριό. Ο κύριος Γιώργος, ο πιο πλούσιος γεωκτήμονας της περιοχής, δεν μπόρεσε να τους εμποδίσει. Αυτή τη φορά δεν του κάνανε τη χάρη. Παλιότερα δέχονταν οι κατακτητές μπαξίσια, δώρα, λάδι και κρασί. Τουτη όμως τη φορά, τίποτα. Η εκτέλεση έγινε στο προαύλιο του Αη Γιώργη. Χτύπησε η καμπάνα λυπητερά. Το χωριό πάγωσε. Ο κυρ. Γιώργος, αποτραβήχτηκε στο γραφείο του, φίλησε την εικόνα της Παναγίας, και έγειρε στον καναπέ του. Ηθελε να κλάψει. Μόνος του...

Ο κυρ Αλέξης έχασε το βιός του, αλλα μοιράστηκε το φαγητό με τους φτωχούς του συγγενείς. Το παιδί μονάχα ήθελε φαγητό. Δεκαεπτά χρονών παληκάρι, πως θα δύνάμωνε, πώς θα αντριωνόταν. Στα ορεινά του χωριού, οι ντόπιοι μιλούσαν για τους αντάρτες. Ηταν εκεί, λέγανε, στο μοναστήρι της Φανερωμένης που τόχαν οχυρώσει σαν στρατόπεδο και ζούσανε με φρουρές και περιπολίες. Απο τα ψηλά της Μακρυνούς, το ψηλότερο χωριό στις παρυφές της Τριχωνίδας, έβλεπαν όλο τον κάμπο. Τη λίμνη, τα χωράφια, τις κινήσεις των Γερμανών.

«Ο Καπετάν Δράκος έκαψε το σπίτι μας... Πήρε τα φαγητά μας απο τις αποθήκες... Νάναι καλά ο Φάνης που μας ειδοποίησε...» Τα λόγια του πατέρα καρφώθηκαν βαθιά στη καρδιά του μικρού. Φοβόταν... Ενοιωσε τον μικρό του κόσμο να καταρρέει. Αν τον έβρισκε ο Καπετάν Δράκος, θα τον σκότωνε. Γιατί όμως; Δεν το καταλάβαινε. «Εχει σκοτώσει κι άλλους. Οταν κατεβαίνουν στα χωριά για πλιάτσικο, σκοτώνουν όποιον βρούν. Αγρίμια του βουνού...»

Στη βρύση της Μακρινούς, μαζεύονταν συχνά γυναίκες και παιδιά για νερό. Ηταν τόπος συνάντησης και βόλτας. Ηταν σκληρά τα χρόνια της ανέχειας, κάπου μακριά τους συνέχιζε κι ο πόλεμος που εδώ είχε χαθεί. Δεν υπήρχαν πολλά να πούν για τώρα, όλα τα όνειρα ήταν για μετά τον πόλεμο. Ολα θα γινόντουσαν μετά. Θα ξαναπήγαιναν στο σχολείο, θα αποκτούσαν ρούχα κι αληθινά παπούτσια. Ισως και μια αγάπη. Στην Ανω Μακρυνού; Δύσκολο. Εδώ η αγάπη έχει πεθάνει προ πολλού. Εμενε μόνον ο φόβος και ο μακρινός πόλεμος.

Κάτι άλογα ακούστηκαν στα κοντινά του δέντρα. Ο μικρός στέκοταν κοντά στη βρύση όταν άκουσε κάτι αντρικές φωνές. Πάγωσε. Στάθηκε για λίγο να αφουγκραστεί την καρδιά του που χτύπαγε ξαφνικά με δύναμη. Κοίταξε γύρω του, ψάχνοντας το δρόμο. Τι γινόταν θεέ μου, ποιός έρχεται; Απο τις φυλωσιές του δάσους, φάνηκε καθαρά η σιλουέτα ενός αλόγου. Κι ενας καβαλλάρης... Είχε γένια, μπότες και τον κοιτούσε απο μακριά. Ο Καπετάν Δράκος!

Ο καπετάν Δράκος! Γιά κείνον έρχονταν. Να τον σκοτώσει. Θάχε μαζί του μαχαίρι και όπλο. Θα τον έσφαζε σαν αρνί δίπλα στα νερά της βρύσης... Προσπάθησε να σηκωθεί, καθώς ο καβαλάρης άρχισε αργά να τον πλησιάζει... Ενοιωσε ένα μούδιασμα στο κορμί του, μια παράλυση. Ηταν ο φόβος. Το μυαλό του σταμάτησε να λειτουργεί. Κοιτούσε μονάχα τον άντρα που τον πλησίαζε. Μια τελευταία προσπάθεια να σηκωθεί... Ενοιωσε να παραλύει. Κατουριόντανε... Ο καβαλάρης πλησίασε ακόμα λίγο, και σταμάτησε λίγα μέτρα μακριά του. Με μια γρήγορη κίνηση, κατέβηκε απο το άλογο.

Ναί, είχε μαχαίρι και όπλο. Και φαινόταν βλοσυρός και θυμωμένος. Αγρίμι του βουνού. Ο μικρός αρχισε να τρέμει, και καθώς ήταν μισοόρθιος, ένοιωσε τα γόνατά του να υποχωρούν. Τα πόδια του δεν τον κρατούσαν. Φοβόταν....Ο καβαλάρης στάθηκε απέναντί του. Φαινόταν τερατώδης. Κουλουριάστηκε ο μικρός στο έδαφος, έβαλε τα χέρια του στο πρόσωπο, μάζεψε το κορμί του όσο μπορούσε. Ο καπετάν Δράκος θα τον σκότωνε. Ενοιωσε πως τον είδε να βγάζει το τρομερό μαχαίρι του. Aρχισε να κλαίει....

Σαν σε όνειρο θυμάται, πως πέρασαν κάμποσα λεπτά χωρίς να γίνει τίποτα. Ο καβαλάρης τον κοιτούσε ακόμα.. Το παιδί ένοιωσε να συνηθίζει λίγο στο φόβο, τόλμησε να ανοίξει λίγο τα χέρια του για να να μπορέσει να κοιτάξει. Αντίκρυσε τον Καπετάν Δράκο, τον άνθρωπο που του έκαψε το σπίτι, να τον κοιτάει με επιμονή. Αλλά μαχαίρι δεν είχε. Κάτι κρατούσε στο χέρι του, και του το έδινε. Ο μικρός δεν μπορούσε να κινηθεί απ’ το φόβο. Τρέμοντας σαν ψάρι, περίμενε το θάνατό του. Εσκυψε τότε κι ο Καπετάν Δράκος άπλωσε το χέρι του και του άγγιξε το κεφάλι. Αργά, ήρεμα, σχεδόν στοργικά. Μετά σηκώθηκε, και άφησε κάτι δίπλα του. Ενα κουτί. Και αφού τον κοίταξε για λίγα ακόμα δευτερόλεπτα, του γύρισε την πλάτη και κατευθύνθηκε ξανά προς το άλογο. Και χάθηκε με μια φωνή στο δάσος. Ακούστηκαν κι άλλοι που τον ακολουθούσαν...

Ο κυρ Αλέξης πέθανε στους επόμενους μήνες. Απο φυματίωση. Και τον μικρό, το γιό του, τον έσυραν οι συγγενείς στον κυρ. Γιώργη, τον πλούσιο γεωκτήμονα. Ο αφέντης του χωριού, τον δέχτηκε στο σπίτι του. Τον πέρασε σ’ ένα γραφείο μ’ αρμένικα χαλιά και δερμάτινους καναπέδες. Εκλεισε τα ξώφυλλα και κάθισε απέναντί του. Ηταν ντυμένος αρχοντικά, με παπούτσια γυαλισμένα. Τούριξε μια ματιά αετίσια, τον «μέτρησε», του πρόσφερε γλυκό και σπιτίσιο βύσσινο.

«Πως σε λένε νεαρέ μου;»
«Μπαρχαμπά, κύριε... Μπαρχαμπά με λένε».

Tούγνεψε να τον ακολουθήσει. Κατέβηκαν τίς πίσω σκάλες του σπιτιού, και μέσα απο μια αυλή βουτηγμένη στα λουλούδια, τις πορτοκαλιές και τα νεράτζια, μπήκαν σ’ ένα άλλο δεύτερο σπίτι. Το σπίτι των υπηρετών. Κατέβηκαν στο υπόγειο, και περπάτησαν εναν χώρο που φάνταζε τεράστιος. Τα κελλάρια. Παντού, αριστερά και δεξιά, κρασοβάρελα, λάδια και ξύλινες ντουλάπες. Στο τέλος του διαδρόμου, ένα μικρό δωματιάκι. Στο στρωμμένο κρεβάτι, μερικά σιδερωμένα ρούχα, πουκάμισα, παντελόνια, πετσέτες. Στο δάπεδο, ένα ζευγάρι παπούτσια.

«Θα μείνεις μαζί μας Μπαρχαμπά. Μέχρι να φτιαχτεί το καινούργιο σπίτι.»
«Μάλιστα κύριε...»

«Θα μάθεις γράμματα, την Κυριακή θα δείς τον δάσκαλο.»
«Μάλιστα κύριε...»

Η Ανθή, η παραδουλεύτρα, φάνηκε στην πόρτα με μια κατσαρόλα. Αχνιζε μέσα της η ψαρόσουπα, με καρότα, σέληνα και πατάτες, μια αληθινή ψαρόσουπα! Θεέ μου, τί κόσμος είναι αυτός; Τέλειωσε ο πόλεμος;

Καθισαν στο τραπέζι. Η ψαρόσουπα και το άσπρο κρασί, ήταν δώρο θεού. Ο κυρ Γιώργης μιλούσε αργά, και με ολοκληρες προτάσεις. Σαν δάσκαλος. Του μίλησε για τα μέτωπα, τη Γερμανία που θάχανε τον πόλεμο. Για τον κόσμο που θα ξαναγεννηθεί μέσα απο τις στάχτες. Τούπε πολλά. Και καθώς ο πάγος άρχισε να λειώνει, ο Μπαρχαμπάς κοιτώντας ντροπαλά το πάτωμα, τόλμησε την ερώτηση.

«Ποιός μας έκαψε το σπίτι αφέντη;»
«Οχι τώρα Μπαρχαμπά, άσε να περάσει ο πόλεμος...»

«Κυρ Γιώργο...»
«Ελα Μπαρχαμπά...»
«Δεν ήταν πάντως ο Καπετάν Δράκος, ήταν;»

Αργή και διστακτική η απόκριση.
«Οχι Μπαρχαμπά, δεν ήτανε ο Μάρκος...»
«Το ήξερα...»

«Πώς τόξερες ρε Μπαρχαμπά;»
«Ηρθε και με βρήκε... στη βρύση...»

Και ξεστομισε τότε ο ταπεινός Μπαρχαμπάς την τρομερή συνάντηση με το αγρίμι του βουνού. Τον φόβο που ένοιωσε, τα πόδια που λυγίσαν.

«Και τί είχε ρε Μπαρχαμπά μέσα το κουτί που σούδωσε ο Μάρκος;»
«Σοκολάτες κυρ Γιώργη... Ενα κουτί με σοκολάτες...»

Ο Μάρκος o Τσιτσέλης, ο τρομερός Καπετάν Δράκος, χάθηκε για πάντα. Μερικοί είπαν πως πέθανε στα βουνά της Μακρυνούς, σε κάποια γερμανική ενέδρα. Αλλοι είπαν πως αρρώστηκε, πως γλίστρησε και έπεσε στο φαράγγι, πως πέρασε στην παγωμένη Ρωσία όπου και χάθηκε για πάντα με τους συντρόφους του. Κανείς δεν τον ξανάδε ποτέ. Στα χωρια του Θέρμου, στα Σταράλωνα, στην Ανω Μακρυνού, μερικές ιστορίες του μένουν ακόμα ζωντανές. Εφυγαν οι Γερμανοί για τη Γερμανία, έφυγαν κατόπιν και οι Ελληνες για την Αθήνα και τη μετανάστευση. Οι ιστορίες του λαού μας, ιστορίες της ερειπωμένης επαρχίας, χάθηκαν για πάντα, πολλές πριν ακόμα γραφτούν, πρίν κάν ακουστούν. Ποιός να μαζέψει τις αφηγήσεις την Ανω Μακρυνούς...

Μέρες πρίν χαθεί για πάντα, κάποιοι είπαν πως τον είδαν να κατεβαίνει απ’ το βουνό. Ηταν σούρουπο καθώς μπήκε στο χωριό με το άσπρο του άλογο και τις αρματωσιές του. Ακούστηκε καυγάς, φωνές και βρισιές μεγάλες. «Ρουφιάνε... Πρόστυχε...» Και μετά ησυχία. Σαν ξημέρωσε, κάποιος Φάνης, βρέθηκε τσιγκελωμένος ανάποδα, σαν αρνί του Πάσχα, νεκρός, με το αίμα του να ποτίζει τα πλακάκια της αυλής. Ο καπετάν Δράκος τον είχε σκοτώσει. Τοσο άγρια δεν είχε σκοτώσει ούτε τον γερμανό. Αγρίμι του βουνού...

Στην εκκλησία της Κυριακής, ο κυρ Γιώργης έσκυψε ευλαβικά στην εικόνα της Παναγίας. «Ρουφιανιά, Κλεψιά κι’ Εκδίκηση ειναι κακιές Μητριές, Μπαρχαμπά μου. Τις έβαλε κι ο Θεός στις Εντολές Του...»

--------------------------------------------------------
Ανήκω στη γενιά εκείνων που μεγάλωσαν στην επαρχία με παππούδες και γιαγιάδες, και πολλές ιστορίες σκαλίζοντας το τζάκι. Πολύ πρίν την τεχνολογικά ομοιογενή εποχή της τηλεόρασης και του Μπόμπ του Σφουγγαράκη, πολλές αφηγήσεις για τα παιδιά ήτανε ιστορίες του Βουνού και του Πολέμου. Δεν θα κρίνω αν ήταν χειρότερα ή καλύτερα. Ηταν σίγουρα διαφορετικά. Η ιστορία του Δράκου της Ανω Μακρυνούς, χάνεται μέσα στο χρόνο. Αληθινά και φανταστικά στοιχεία είναι αδύνατον πια να ξεμπλεχτούν. Μας μένει μόνον η αφήγηση, η ιστορία. Την άκουσα σε πολλαπλές παραλλαγές. Στο κείμενο αυτό, συνέθεσα μερικές απο τις παραλλαγές αυτές, σε μία ιστορία.Την οφείλω στη γενιά των παππούδων μου.

Χαίρομαι επίσης ιδιαίτερα καθώς βλέπω μια κίνηση στη σύγχρονη Ελληνική Λογοτεχνία, που ξεθάβει χαμένες ιστορίες του τόπου μας, ζωσμένες με ντόπιες προφορές και λαογραφίες, και τις λογοτεχνίζει μακρυά απο αυστηρά ιστορικές διαστάσεις, δίνοντάς τους λογοτεχνική αυτοτέλεια και υπόσταση. Αποφάσισα να γράψω αυτό το κείμενο, αφού τέλειωσα ένα καταπληκτικό βιβλίο του είδους. Το Ξέφωτο, της Τατιάνας Αβέρωφ. Το συνιστώ σε όλους.
--------------------------------------------------------

Οι ζωγραφιές κατα σειράν εμφάνισης:

1. Το παιδί με τις τιράντες - Σπύρος Παπαλουκάς, 1925
2. Οπωροπωλείο Απόλλων – Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας 1939
3. Μεγάλη νεκρά φύσις - Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας 1939
4. Ελληνικό Λαϊκό Τραγούδι – Γεράσιμος Στέρης (Σταματελάτος)
5. Μπόρα – Ιωάννης Μυταράκης, 1939
6. Νέοι διασκεδάζουν στο Γαλάτσι – Θεόφραστος Τριανταφυλλίδης, 1935
7. Αγιοι Σαράντα (τμήμα) – Φώτης Κόντογλου

Sunday, March 1, 2009

Η Ενημέρωση των Oμογενών

Πριν χρόνια, όταν η ελληνικη τηλεόραση είχε ήδη αρχίσει να μπαίνει στις νέες της απελευθερωμένες διαστάσεις, ο σταθμός ΑΝΤ ήταν ο πρώτος που επιχείρησε την δορυφορική του επέκταση προς την Αμερική. Ακούγοντας το νέο, και επιθυμώντας να έχω κάποια σύνδεση με την πατρίδα, τη γλώσσα, την αισθητική της Ελλάδας, αποφάσισα και εγώ να εγκαταστήσω την απαραίτητη δορυφορική σύνδεση που απαιτούνταν. Ηταν ακριβή. Το δορυφορικό «πακέτο» κόστιζε τότε 600 δολλάρια για εγκατάσταση «πιάτου», και κάπου 40 δολλάρια τον μήνα συνδρομή. Με τα πολλά λοιπόν, καταλήγω στον κ. Θανάση, που θα έκανε την εγκατάσταση.

Ο κυρ Θανάσης κατέφτασε στο σπίτι με σκάλες, γεωτρύπανα, και κατσαβίδια όλων των ειδών. Για να περάσει το καλώδιο στο σπίτι, τρύπησε δύο τοίχους. Τελικά, φτάσαμε εκεί που έπρεπε.

- Μεγάλη ζημιά κυρ Θανάση.
- Τι να κάνουμε. Ετσι είναι αυτά τα πράγματα...

Στη συνέχεια, ο κυρ Θανάσης ανέβηκε στη στέγη του σπιτιού να «αξιολογήσει» την κατάσταση. Ασχημα τα νέα.

- Το πιάτο δεν βλέπει τον δορυφόρο. Πρέπει νάναι 110 μοίρες SouthEast, και δεν έχω «φάτσα». Πέφτω πάνω σε δέντρο.
- Και γιατί δεν μου τόπες νωρίτερα, κυρ Θανάση, πριν τρυπήσουμε τους τοίχους;
- Υπάρχει λύση. Να κόψουμε το δέντρο.

Μετά απο διαπραγματεύσεις, σχεδιασμούς, τοπογραφικά και μεγαλειώδεις στρατηγικές, τον έπεισα να «κλαδέψουμε» μόνον το δέντρο.

- Το καλοκαίρι που θα ανθίσει το δέντρο, θάχεις πρόβλημα.
- Θα δούμε, κυρ Θανάση.

Και έτσι, η ελληνική τηλεόραση μπήκε στο σπίτι μου. Θάναι καλό για τα παιδιά, σκέφτηκα, θα ακούνε παιδικές εκπομπές απο Ελλάδα, θα βλέπω και εγώ τα νέα. Ενθουσιασμένος, στήθηκα για να παρακολουθήσω την πρώτη μου εκπομπή. Μικρούτσικος, σε συζήτηση επιπέδου...

- Και δηλαδή, κύριε Νίκο, η γυνάικα σας σας απατούσε αβέρτα κουβέρτα.
- Με τον κουμπάρο, κύριε Αντρέα.
- Για πείτε μας...

Την άλλη μέρα, τα ίδια. Πάλι Μικρούτσικος. Σε καινούργιες αναζητήσεις.

- Πόσα λεφτά δηλαδή σας έφαγε;
- Με ξεπουπούλιασε κύριε Αντρέα.
- Για πείτε μας....

Τρίτη μέρα, Μικρούτσικος και πάλι, αρχίζω να υποψιάζομαι...

- Πώς σας έβαλε στο χέρι δηλαδή;
- Mούκανε μάγια, κύριε Αντρέα.
- Για πείτε μας...

Τηλεφωνώ Ελλάδα.

- Μα καλά, αυτός το τύπος είναι κάθε μέρα στην τηλεόραση;
- Δεν νομίζω, μια φορά την εβδομάδα.
- Εγώ εδώ τον έχω κάθε μέρα.
- Με δορυφορική; Το πρόγραμμα αυτό είναι διαφορετικό. Το προσάρμοσε ο ΑΝΤ για τους ομογενείς μας...

Και είπε ο ΑΝΤ, οι ομογενείς μας είναι στερημένοι απο πατρίδα, θέλουνε Μικρούτσικο. Εχουνε χάσει επεισόδια. Πάρτε τώρα ενα σόλο Μικρούτσικο για να στανιάρετε... Απίθανη «προσαρμογή» προγράμματος.

- Σας έδερνε;
- Πολύ κύριε Αντρέα, και μετά ήθελε και σέξ.
- Για πείτε μας...

Και έτσι, ξαναβγήκαν τα καλώδια, ξαναστοκαρίστηκαν οι τοίχοι, ξηλώθηκαν τα πιάτα και τα υπόλοιπα. Το σύστημα των 600 δολλαρίων κατέληξε στα σκουπίδια. Φούντωσε και το δεντράκι, και έπινα τον καφέ μου άνετα στον κήπο μου.

Αποτοξινώθηκα έτσι απο τον Μικρούτσικο. Πέρασαν χρόνια λοιπόν, ήρεμα κι ευτυχισμένα. Η «ενημέρωση» ξαναμπήκε στο σπίτι μου μέσω Ιντερνετ. Αυτή τη φορά, τουλάχιστον, δεν κλάδεψα δέντρα. Αλλα δεν μπορώ κιόλας να την εκπαραθυρώσω. Στρογγυλοκάθισε στην οθόνη μου,πιεστικά, και με καλεί ηδονικά κάθε βράδυ στην καινούργια τηλεδιασκέδαση του παραθυράτου χαβαλέ, oπου η δημοσιογραφικη σοφία των τηλεδικαστών ενώνεται με διάφορες άλλες ορθολογικές υπερδυνάμεις του καφενείου και της στρούγκας, και παράγει, μέσα απο χαβαλετζίδικες ατάκες, μπηχτές και εξυπνακισμούς, το περίφημο δελτίο της Ενημέρωσης των Οκτώ.

- Εγώ πάντως για 1000 ευρώ δεν πυροβολάω με τίποτα... Να σκοτώσω άνθρωπο;Τους είπα να βάλουν δίχτυ...
- Τί; Δίχτυ; Δεν έχουν οι κρατούμενοι δικαιώματα; Δίχτυα βάζουν στα κοττέτσια. Κοττέτσι είναι ο Κορυδαλλός;

Ωρέ τι έπαθα ο έρμος…

-----------------------------------
Φίλοι μπλόγγερς Καλή Καθαρή Δευτέρα.
Και προσεκτικά στο δρόμο.


Tuesday, February 24, 2009

La Catedral

Για να μην μας φεύγει συνέχεια ο Παλαιοκώστας και χαλάμε εκατομμύρια για να τον ξαναπιάνουμε (και δώστου πάλι), προτείνω στην ελληνική κυβέρνηση τον νέο και επαναστατικό τρόπο φύλαξης εγκληματιών υψηλού κινδύνου. Το σύστημα La Catedral.

Τί σύστημα είναι αυτό; Θα μπορούσαμε εν ολίγοις να το περιγράψουμε ως ενα σύστημα «εθελοντικής φυλάκισης με αυτοχρηματοδότηση». Ακούγεται ζόρικο, έτσι; Ναι, διότι είναι. Ερχεται απο την Κολομβία (Μητέρα της Διαπλοκής), οπου έχει εφαρμοστεί με μεγάλη επιτυχία. Σαφέστατα επαναστατικό σε σύλληψη, απαράμιλλο σε επινόηση, πρακτικότατο σε εφαρμογή. Κατάλληλο για κοινωνίες σε ελεύθερη πτώση, που ενώ είναι χαμηλά, έχουν το δυναμικό να πάνε ακόμα παρακάτω. Για την εφαρμογή του, απαιτεί πολιτικούς σε βαθμό προχωρημένης σήψης (τους έχουμε), και τάσεις για Ταμπουλα ράζες και μηδενικές βάσεις (τους έχουμε). Ξεκινάμε δηλαδή καλά.

Το μοντέλο La Catedral ειναι σχετικά απλό. Το επινόησε ο δαιμόνιος και απολύτως παγκοσμιοποιημένος έμπορος κοκαϊνης Pablo Escobar, γνωστός και ως Pablito. Ο Pablito λοιπόν, ήταν ενας αυτοδημιούργητος εγκληματίας (όπως και ο Παλαιοκώστας), που συνέχεια σκεφτότανε τη λοβιτούρα. Και επέτυχε. Ξεκίνησε ως κλέφτης αυτοκινήτων, και σταδιακά άρχισε να μετακινεί ως χαμηλόμισθος χαμάλης, και μερικά κιλά άλλων. Με τον καιρό όμως, ξεχώρισε απο τα αφεντικά του, γιατί είχε μια τρομερή ιδέα. Να προσφέρει 500 δολλάρια για κάθε αστυνομικό που σκοτώνεται στο Medellin. Η ιδέα είχε τεράστια ανταπόκριση, και σύντομα η αστυνομία της πόλης έχασε 457 άτομα. Τα αφεντικά τον πρόσεξαν. Ο Pablito όμως δεν σταμάτησε εκεί. Σκότωσε και 30 δικαστές. Και μετά, μπήκε σε κάποια γραφειοκρατική ρουτίνα σκοτώνοντας 20 άτομα την ημέρα. Μερικούς τους έπνιξε μόνος του στην πισίνα του σπιτιού του, μπροστά στα μάτια των προσκεκλημένων του. Στο τέλος, σκότωσε και τα αφεντικά του.

Και έτσι, ο εργατικός Pablito έγινε αρχηγός της κοκαϊνης στην πόλη του Medellin. Και άνοιξε ντήλια με αμερικανούς, ευρωπαίους και λοιπούς ενδιαφερόμενους. Εκανε πολλά δις. δολλάρια το χρόνο. Οι δουλειές πήγαιναν καλά. Ωσπου μιά μέρα, ο δαιμόνιος και φιλόδοξος Pablito, σκέφτηκε να γίνει και Γερουσιαστής. Πήρε λοιπόν τη θέση κάποιου που «παραιτήθηκε», και μπήκε και στο Κολομβιανό Κοινοβούλιο. Εκεί όμως, άρχισαν τα δύσκολα. Οι Κολομβιανοί πολιτικοί, γόνοι μεγάλων καρεκλοκενταυρικών οικογενειών, με πείρα γενεών σε νόμιμες λοβιτούρες, μεγαλωμένοι σε ευρωπαικά σαλόνια και σχολεία ελίτ, τρομοκρατήθηκαν με την ιδέα πως ένας βλάχος με λεφτά θα καθόταν δίπλα τους. Και βάλθηκαν να τον βάλουν φυλακή.

Επρεπε άλλωστε να λυθεί και το πρόβλημα των ναρκωτικών που είχε πάρει έκταση. Πίεζαν οι Αμερικανοί για την αύξηση της τρομοκρατίας, τα άπειρα γκαζάκια, τις ανατινάξεις κτιρίων, και τους άφθονους καθημερινούς τραμπουκισμούς. Και ζητούσαν την κεφαλή του Pablito επι πίνακι. Μέχρι που μια μέρα, τα κανονίζει ο Pablito με τους Γερουσιαστές, και δηλώνει έτοιμος να «παραδοθεί». Και κανονίζει να αυτοφυλακιστεί, σε μια φυλακή που θα έχτιζε ο ίδιος, σε κάποιο λόφο ψηλά στην πόλη. Για πέντε χρόνια.

Καί έτσι έγινε. Εφερε δικούς του αρχιτέκτονες και μηχανικούς καί έχτισε τον δικό του χώρο, τη δικιά του φυλακή, ενα πολυτελές οίκημα, γνωστό στην Κολομβία με το όνομα La Catedral. Εφερε τους δικούς του μαγείρους, τους δικούς του οπλισμένους φρουρούς, τους δικούς του υπαλλήλους. Η φυλακή είχε πολυτελή μπάνια, ιδιωτικό μπάρ, σύγχρονο τηλεφωνικό κέντρο, πολυτελείς κρεβατοκάμαρες. Φρέσκα λαχανικά και κρέατα ερχόταν ημερησίως με delivery. Ομάδες ερωμένων συνωστιζόταν για να πάρουν σειρά. Σε κάποιο ειδικο δωμάτιο, o Pablito κρατούσε διάφορα στρατιωτικά οπλικά συστήματα, καθώς και ένα εκατομμύριο δολλάρια «σε ψιλά», για τις μετακινήσεις του. Τις κυριακές, πήγαινε στο τοπικό γήπεδο για να παρακολουθήσει ποδόσφαιρο. Και εκεί, απο την εξέδρα των επισήμων, το πλήθος τον έπνιγε στα χειροκροτήματα. Γιατί εκτός απο εγκληματίας, ο Pablito ήταν και φιλάνθρωπος. Εφτιαχνε σχολεία, νοσοκομεία, εκκλησίες.

Οι Κολομβιανοί πολιτικοί πληροφόρησαν τους Αμερικανούς πως έλυσαν το πρόβλημα της τρομοκρατίας και των ναρκωτικών. Οι κακοί ήταν στη φυλακή. Και έστελναν στημένες φωτογραφίες απο τη φυλακή, όπου ο Pablito περνούσε δύσκολα και περιορισμένα. Το κόλπο δοκιμάστηκε για πολύ καιρό, μέχρι ότου ο Pablito βαρέθηκε, και έφυγε... εθελοντικά.

Το μοντέλο λοιπόν της “εθελοντικής φυλάκισης με αυτοχρηματοδότηση” (La Catedral), θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στην Ελλάδα. Ο κ. Παλαιοκώστας και άλλοι εγκληματίες, με τα χρήματα των απαγωγών, εκβιασμών, ναρκωτικών και άλλων επιχειρήσεων, θα μπορούσαν κατόπιν συμφωνίας με την κυβέρνηση (εδώ μπαίνει η μηδενική βάση και το Ταμπουλα Ράζα), να φτιάξουν ένα δικό τους ταμείο, και τη δική τους φυλακή. Εναν ελληνικό «Καθεδρικό», με ανέσεις που δεν θά σε άφηνε να φύγεις. Και θά λέγαμε και στους Αμερικανούς πως λύσαμε το πρόβλημα της τρομοκρατίας.

Στο κολομβιανό μοντέλο, θα κάναμε βέβαια τις απαραίτητες Βαλκανικές προσαρμογές. Αντί για arroz con pollo, tamales και yucca που προτιμούν οι κολομβιανοί, εμείς θα είχαμε σκορδάτα κοντοσούβλια, αυγοκομμένες σούπες και αρνάκι γάστρας. Αντί για μουσικά vallenatos και rancheras, θα είχαμε πιασάρικα σκυλάδικα της φωτιάς και της καψούρας, και upbeat ματζοράκια για λύρα και λαούτο, που θα έφτιαχνε ο μεγάλος μάστορας Χριστόδουλος Ξηρός. Αντί για το σκληρό aguardiente, αγνό κρασάκι της ελληνικής γής. Το μέλι θα το έφερνε ο Μητσάρας ο Κουφοντίνας.

Και για θρησκευτικότητα (μην ξεχνάμε και την Παράδοση), αντί για τις Μαντόνες και Σάντα Μαρίες των κολομβιανών, ενα απλό κατανυκτικό σκηνικό ευλάβειας, με Βυζαντινές αγιογραφίες του θρησκόληπτου Σάββα Ξηρού. Ο Γιωτόπουλος και τα συγγραφικά ταλέντα της 17Ν, θα έγραφαν μνημειώδη έργα του τύπου «Κάθε χωριό κι Αντάρτικο», «Συνδεσμολογίες Εκρηκτικών for Dummies», «Πόσο πάει ένας Μπάτσος». Ο γνωστός Ζουγκλίστας θα αναλάμβανε τις ιντερνετικές αναρτήσεις για μεγαλύτερη εκπροσώπηση.

Το μοντέλο La Catedral θα ήταν ένα win-win σενάριο για τους κυβερνώντες, τον λαό και τους εγκληματίες. Ο Κωστάκης δεν θα ανησυχούσε πιά για στραβοκαταστάσεις, διπλωματικές πιέσεις και τους χαμένους πόντους του Γιωργάκη, εμείς δεν θα πληρώναμε συνέχεια για να κυνηγάμε κακοποιούς (που θα ξανάφευγαν), και ο κ. Παλαιοκώστας με τα κολλητάρια του θα έπαυαν να είναι κακοποιοί, γιατί δεν θα υπήρχε πλέον λόγος!!

-----------------------------------------------------
To τομάρι των μπάτσων, έχει πάντως αναβαθμιστεί αισθητά στη σημερινή αγορά της Κολομβίας. Κυμαίνεται γύρω στα $1.000 το κομμάτι. «Σέχτα» και «Επαναστατικός Αγώνας» φαντάζουν μπροστά τους σαν θλιβεροί φτωχομπινέδες. Δεν έδωσαν ακόμα τιμές στη δημοσιότητα...

*Για Βραζιλιάνους ξεκίνησα, αλλού κατέληξα...Οι φωτογραφίες απο το φετινό Φεστιβάλ του Ρίο.

Και μ' αυτό το ποστάκι, "δραπετεύω" και γώ στο μεγάλο χωριό της περιοχής, Isla de Nueva York.


Eις το επανιδείν.

Sunday, February 22, 2009

Lethal καταστάσεις

Ομορφα και συνετά μίλησε ο Αμερικανός Πρεσβευτής στην ελληνική τηλεόραση για την βομβιστική ενέργεια στην Κηφισιά και την Τρομοκρατία γενικότερα. Και μέσα στην σύντομη δήλωσή του προς τα ελληνικά ΜΜΕ, μίλησε μάλλον γενικά για το πρόβλημα της τρομοκρατίας, την ανάγκη προστασίας των πολιτών, και τόνισε πως η Αμερική ειναι έτοιμη να συνεργαστεί με την Ελλάδα σε όλα τα επίπεδα.

Εξοχα. Δεν μας έβρισε ο κ. Πρέσβης, δεν μας κατηγόρησε ότι υποθάλπτουμε την τρομοκρατία. Δεν αναφέρθηκε στην ελληνική μας ιδιαιτερότητα, το "Ασυλο", ούτε και είπε πως στο Πολυτεχνείο μας "τα παιδιά", έφτιαχναν βόμβες μολότωφ. Κουβέντα για "τα Δεκεμβριανά", την ανοχή για τις καταστροφές περιουσιών, τους κουκουλοφόρους. Καμμία κακή δήλωση για την Ελληνική Αστυνομία που ήταν θεατής λεηλασιών για τρείς ολόκληρες μέρες. Χαμηλοί οι τόνοι (απο παλιότερα) για την επίθεση στην Πρεσβεία αλλά και την πρόσφατη, στην κατοικία του. Απλά, είπε ο άνθρωπος πως αυτά τα προβλήματα, "τα αντιμέτωπίζουμε όλοι μας". Ηταν μια αγνή δήλωση, φιλική, σε χαμηλό τόνο. Και έτεινε χείραν βοηθείας.

Μόνον που μερικές στιγμές αργότερα, για όσους πρόσεξαν, ειπώθηκε και κάτι άλλο. Πως το θέμα της τρομοκρατίας, που απασχολεί αρκετά τις Ηνωμένες Πολιτείες, "θα προστεθεί και στην αντζέντα συζητήσεων της κας Χίλαρυ Κλίντον με την κα Μπακογιάννη". Τι μου λέτε! Θα μπεί στην "αντζέντα των συζητήσεων"! Μάλιστα φίλοι μου, αυτό ακριβώς. Και ξέρετε τι σημαίνει αυτό;

Οτι μέσα στο διαπραγματευτικό πακέτο που θα φέρει η Ελλάδα στην Αμερική, μέσα στα Ελληνοτουρκικά, τα Μακεδονικά, τα Βαλκανικά, την Υφαλοκρυπίδα, και στα όσα άλλα μύρια διαπραγματευόμαστε, θα μπεί και η ρουκέτα προς την Αμερικανική Πρεσβεία, "τα Δεκεμβριανά", τα γκαζάκια εναντίον αμερικανικών και άλλων στόχων στην Ελλάδα, το κλείσιμο των δρόμων και του αεροδρομίου μας (που εμποδίζει τις εμπορικές σχέσεις και υποδηλώνει οχλοκρατία), ο ψυχασθενής αστυνομικός που φύλαγε τον Πρέσβη και πυροβόλησε τον συνάδελφό του, το νέο κύμα των απαγωγών, οι πάμπολες επιθέσεις κουκουλοφόρων κατά ακαδημαϊκών, δημοσιογράφων και πολιτών, οι συνεχιζόμενες καταστροφές περιουσιών και πανεπιστημίων, η ανοχή και αναξιοπιστία της Ελληνικής Πολιτείας να προστατεύσει ζωές και περιουσίες, η εκπαίδευση τρομοκρατών με χημικά μολότωφ μέσα στο Πολυτεχνείο. Και βέβαια, η τελευταία επίθεση στην Κηφισιά.

Και εκεί, ανάμεσα στον καφέ και τα γλυκίσματα, στην όμορφη ατμόσφαιρα της Ουάσινγκτον, ανάμεσα στα χαριτολογήματα, τα επίσημα γεύματα και την προσεκτικά καμουφλαρισμένη γλώσσα της διπλωματίας, ο νέος Πρόεδρος κ. Ομπάμα και η κυρία Χίλαρυ που τον εκπροσωπεί, ανοιχτοί σε διάφορες παραλλαγές της παλιάς ρήσης του Theodore Roosevelt, "Speak softly and carry a big stick", θα τακτοποιήσουν μέσα σε λίγες ώρες, όλα τα διπλωματικά τους τερτίπια με την αναρχική, λαϊκίζουσα και δυσλειτουργική χώρα των Βαλκανίων. Η οποία, οχι μόνον δεν έχει κάνει τίποτα, χρόνια τώρα, για την τρομοκρατία, αλλά έχει σπαταλήσει και τεράστια λαϊκιστική ενέργεια για να την καθιερώσει στο συλλογικό υποσυνείδητο πολλών πολιτών της ως ένα είδος απολύτως αποδεκτής συμπεριφοράς, στο οποίο κάποια παιδιά των γραφικών Εξαρχείων, αγανακτισμένα που ο μπαμπάς τους έπεσε θύμα της Παγκοσμιοποίησης, πετούν εννίοτε και κανα γκαζάκι, κάτι σαν το ρύζι στους γάμους, μέσα σε ενα φεστιβαλικό περιβάλλον κοινωνικού χαβαλέ και ανομίας στο οποίο κάθε πολίτης πρέπει απαραίτητα να συναινεί.

Κανένα αμερικανικό πλήθος δεν θα κάνει διαδήλωση προς την ελληνική πρεσβεία, κανείς δεν θα αναφωνήσει «Τρομοκράτες των Βαλκανίων», καμμιά ελληνική σημαία δεν θα καεί. Τα αμερικανικά ΜΜΕ θα αγνοήσουν παντελώς (ως συνήθως), την επίσκεψη της κας Μπακογιάννη (όπως αδιαφορούν και για όλους πλήν Κινέζων, Ιαπώνων, Ρώσων, Γάλλων, Αγγλων και Γερμανών), και κανείς αμερικανός δεν θα μάθει ποτέ κατα πού πέφτει το αναρχικό νεοελληνικό κράτος της οχλοκρατίας. Οι διαφορές θα μετατραπούν σε διπλωματικές χάρες, υψηλής ποιότητας ραφιναρισμένο επικοινωνιακό τουμπεκί, και ανακοινώσεις για αλληλοθαυμασμό, συνεργασία, και αλληλοβοήθεια.

Διότι έτσι είναι η Διπλωματία. Πετάς στο τραπέζι όσα πιο πολλά μπορείς, και αρχίζεις να μιλάς. Καθ’ οδόν, αφαιρείς επιλεκτικά όσα διαπραγματεύεσαι εκ του ασφαλούς, και κρατάς μόνον εκείνα που πραγματικά σε νοιάζουν. Στο τέλος, ανταλλάσσεις εκείνα που δεν σε ενδιαφέρουν (αλλά που ο αντίπαλος νοιάζεται πολύ), με αυτά που πραγματικά θέλεις. Ανταλλάσσεις ετσι τους χαμηλούς τόνους για τις ρουκέτες και τις μολότωφ των Πανεπιστημίων, με γεωπολιτικά ανταλλάγματα στα Βαλκάνια, στην Τουρκία, στο Αφγανιστάν. Προσφέρεις καλύτερες ταξιδιωτικές οδηγίες, πιθανώς και ελεύθερες βίζες, ως αντάλλαγμα για κάποιο πιθανό βέτο. Η πανάρχαια συνταγή (στην οποία ειδικεύεται άριστα και η Τουρκία), δουλεύει καλά. Υπόγεια. Και θα δουλεύει όσο υπάρχουν άνθρωποι.

-----------------------------------------------------
Στα καθ’ ημάς - Πετραδάκι πετραδάκι χτίζονται τα συλλογικά υποσυνείδητα μερίδων του πληθυσμού. Με τη συμμετοχή πολλών. Επαναλαμβάνοντας το ίδιο μήνυμα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Και με τρόπο πάντα έμμεσο.

Wednesday, February 18, 2009

Μπαράκια

‘t Eiland
Η πασαρέλα της διαφορετικότητας. Στολισμένα ανθρώπινα κορμιά, ζωγραφικές σε χέρια, πόδια και λαιμούς. Η ηλεκτρική μουσική τους άγνωστη και αυτοσχέδια. Στο πίσω μέρος του μπάρ, ένα καφενεδάκι στα κλασσικά πρότυπα των Coffee Shops. Mενού απο αγνά «χορταρικά». Αφγανικό, Λιβανέζικο, κόκκινο Νιγηριανό. Cookies και τσαγάκι για τους «επανακαμφθέντες». Οργισμένα μηνύματα κοινωνικού ξεσηκωμού, σε ουρλιαχτά, μακάμβριους ψυχεδελικούς πίνακες και άλλες φριχτές παραλλαγές. Μένει στο μυαλό ο μεγάλος πίνακας, «Το Κέντρο Βάρους» - απεικονίζει έναν άνθρωπο το μυαλό του οποίου, πρησμένο, βρίσκεται στα γεννητικά όργανα...


Mississippi Mud
Παλιό και ξύλινο, έκρυβε τα μυστικά του σ’ έναν απαλό κόκκινο φωτισμό. Σιωπηλοί θαμώνες και μυρωδιά απο μπύρα. Παρακμιακό Blues και αυτοσχεδιασμοί της Jazz. Οι θλιβερές νότες του Νότου. Πού και πού, οι δαχτυλισμοί του κιθαρίστα γλυστρούσαν και έχαναν το ακκόρντο του ρυθμού, η φωνή έμοιαζε να σβήνει απο κάποιο καημό, τα λόγια θολωναν στους ήχους. Μα το τραγούδι, μαγικά, αντί να χαλάσει, γινόταν καλύτερο, τί θαύμα, ο κιθαρίστας ξανάπεφτε στα σωστά του και ο ρυθμός επανερχόταν.

Διεύθυνση, εργαζόμενοι και μουσικοί, είχαν κάτι κοινό – είχαν όλοι τους κάνει φυλακή. Το μουσικό μπαράκι είχε σκοπό. Να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία σ’ αυτούς που πήραν τη ζωή τους λάθος. Τους προτιμούσε, τους έδινε πάλκο, δουλειά και βοήθεια. Και εκείνοι έφευγαν κατόπιν στα έγκατα της μεγάλης χώρας. Μέχρι να έρθουν οι επόμενοι…


La Victoria
Γλυκό στέκι των Λατίνων. Cubanos και Dominicanos. Ενας τρελός ξεσηκωμός, μια πανδαισία έγχορδων, πνευστών και κρουστών. Merenge, Rumba, Son και Salsa. Γλυκιά ανάμνηση ο ερωτισμός της μουσικής και τα όμορφα κορμιά που μέσα στο δέος του μουσικού ρυθμού, αλλοπαρμένα απο την ανάταση της στιγμής, αγκαλιάζονται σε διάφορους χορευτικούς αυτοσχεδιασμούς.

Οι μουσικές συναντήσεις των ισπανόφωνων της Αμερικής, είναι Ωδές προς τη Ζωή. Το αφρολατινικό μουσικό πνεύμα λειτουργεί σαν αφροδισιακό, που νοητά βάζει στο κέντρο του το ανθρώπινο κορμί, την αγάπη, το συναίσθημα, το πάθος για τη ζωή. Η συνειρμική σκέψη οδηγεί στους Αρχαίους Ελληνες. Λάτρευαν και εκείνοι τις γιορτές, θαύμαζαν τον ερωτισμό, εκθίαζαν χωρίς ενοχές το ανθρώπινο σώμα. Μέχρι που ήρθαν οι βορειότεροι, και τους έντυσαν όλους στα Βικτωριανά...


Locus Publicus
Χαμηλός φωτισμός, ξύλινες επενδύσεις. Μύριζε έντονα κερί απο τα εκατοντάδες κεριά που έκαιγαν ασταμάτητα χωμένα σε μπουκάλια Grolsch. Τόπος συνάντησης των πιο ετερόκλητων μουσικών και πολιτιστικών στοιχείων. Οι Ρώσοι εμιγκρέδες, πρόσφυγες απο τη γή του Υπαρκτού, το προτιμούσαν για τα Κυριακάτικα gigs της Κλασσικής Μουσικής. Οι Αυστραλοί περαστικοί τουρίστες (οι πιο σκληροτράχηλοι άνθρωποι που συνάντησα ποτέ μου), έκαναν εδώ τις ρόκ στάσεις τους πριν συνεχίσουν τα μεγάλα τους ταξίδια.

Και μαζί τους, μια τεράστια συνομοταξία «περαστικών μουσικών» απο το Λονδίνο, τις κάθε του κόσμου Αποικίες, τα σπλάχνα της Ευρώπης. Τα Κυριακάτικα μουσικά προγράμματα (Sunday Gigs), ήταν μια αφιέρωση στη μουσική του Κόσμου. Το ιδιο και οι θαμώνες. Ενα μωσαϊκό απο ρυθμούς, ιστορίες και ανθρώπινες εμπειρίες.

Το λατινικό όνομα του μπάρ, σημαίνει «Κοινός, Δημοσιος Χώρος». Ενας χώρος που εκθέτει μουσική, ιδέες και εμπειρίες σε κοινή θέα, σε κοινή αποδοχή και κριτική. Που δίνει Βήμα σε όλους . Γλυκιά ανάμνηση των χρόνων απο την πανέμορφη μεσαιωνική πόλη του Delft, τα δικά μας Sunday Gigs, με τραγούδια του Μάνου, έντεχνα και Ρεμπέτικα, Στο μουσικό σχήμα της εποχής, ένας κιθαρίστας (φοιτητής ζωγραφικής) απο το Ρόττερνταμ, ενας ταλαντούχος Κύπριος πολυμουσικάντης, και ένας μοναχικός ακκορντεονίστας...

---------------------------------------------
H μουσική γεύση, απο τα υπέροχα παιδιά της ομογένειας, τους μουσικούς και προσωπικούς μου φίλους που χρόνια τώρα κρατούν την ελληνική μουσική και ποίηση ζωντανή στις ακτές του Νέου Κόσμου. Για τους ωραίους αυτούς ανθρώπους, θα μιλήσουμε αργότερα. Στο τραγούδι, η φίλη Νεκταρία.

Displayed arrangement recorded under legal license, by Journey to Ithaca, in Wellspring Sound Studio, Acton Massachusetts.

Friday, February 13, 2009

Χορεύοντας με την Κούβα

Kάπου το 1970, μια νεαρή κοπέλα αγωνίζεται στη Νέα Υόρκη με το όνειρο να γίνει χορεύτρια μοντέρνου χορού. Ζεί απλά και με τα απολύτως απαραίτητα, ενώ συγχρόνως ακολουθεί εξαντλητικά προγράμματα χορού, προσπαθώντας να καλύψει τις διάφορες τεχνικές και ρεπερτόρια του χώρου. Κουράζεται πολύ, πεινάει συνεχώς, μα συνεχίζει να γυμνάζεται και να χορεύει. Μέχρι που κάπου, απαγοητεύεται. Καθώς στο μυαλό της αποκρυσταλλώνονται οι απαιτήσεις που επιβάλει μια καρριέρα στον μοντέρνο χορό, αρχίζει να αμφισβητεί και η ίδια τις ικανότητές της να τα καταφέρει.

Μπαίνοντας σε μια περίοδο έντονης προσωπικής αμφισβήτησης, και μην ξέροντας πώς να συνεχίσει, ένας απο Mηχανής Θεός της προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία – να δουλέψει σαν δασκάλα μοντέρνου χορού στην Κούβα, που τότε βρισκόταν στα ελπιδοφόρα χρόνια της Επανάστασης. Θα οργάνωνε και θα διοικούσε ένα σχολείο μοντέρνου χορού για έφηβους, θα έφτιαχνε το πρόγραμμα, την ύλη και τις ασκήσεις διδασκαλίας, και θα εκπαίδευε και η ίδια παιδιά που αγαπούσαν το χορό.

Οι περίεργοι και χαμηλών τόνων άνθρωποι που την προσεγγίζουν, της μιλούν για κάποια Επανάσταση. Η ίδια δεν γνωρίζει τίποτα σχεδόν, η πολιτική δεν είναι μέρος της ζωής της, της σκέψης της. Τα χρήματα θα είναι λίγα, την προειδοποιούν, αλλά ο σκοπός μεγάλος. Θα συμμετάσχει σε κάτι που αξίζει, κάτι για το οποίο υπάρχει κυβερνητικό ενδιαφέρον και χρηματοδότηση. Και αυτό το κάτι, απαιτεί ανθρώπους με πάθος, με αλτρουισμό, με αυταπάρνηση.

Η νεαρή χορεύτρια δέχεται την πρόσκληση, και έτσι φτάνει στην Κούβα της Επανάστασης. Ανυποψίαστη. Στο ξενοδοχείο που μένει, η υγρασία εισχωρεί στους τοίχους, τα υδραυλικά ακούγονται να χτυπούν ρυθμικά τη νύχτα, τα έντομα την ενοχλούν. Φέρνει μαζί της και μερικά πράγματα που σύντομα της ανακοινώνουν πως είναι απαγορευμένα – μερικές ελβετικές σοκολάτες. Στο λόμπυ του ξενοδοχείου, κάποια ουρά περιμένει υπομονετικά τη σειρά της για το μοναδικό τηλέφωνο που έχει γραμμή προς τον έξω κόσμο. Το ηλεκτρικό κάνει πολύωρες διακοπές. Δεν είναι σίγουρη αν η αλληλογραφία της παραδίδεται χωρίς έλεγχο, και υποψιάζεται πως ίσως να την παρακολουθούν. Οι πρώτες επαφές της με τη διεύθυνση του σχολείου, την φέρνει σε επαφή με κάποιες προσωπικότητες που μοιάζουν να βγαίνουν απο κάποιο μακάβριο βιβλίο. Αγέλαστες, σκυθρωπές, ντυμένες με χρώματα που δεν ταιριάζουν στην Αβάνα. Τους πρώτους μήνες, δεν την πληρώνουν κάν.

Η ανταμοιβή της, τα παιδιά του σχολείου. Χαρούμενες προσωπικότητες, με πάθος για τη ζωή, με γέλιο και σκληρή δουλειά, παιδιά της καθημερινότητας. Κάθε πτυχή της ζωής τους, κάθε διάσταση της εφηβικής τους ύπαρξης, είναι βουτηγμένη στην Επανάσταση. Παντού Επανάσταση. Επανάσταση για μικρούς, Επανάσταση για μεγάλους. Και πάνω απο όλα τα συμβάντα, αληθινά και φανταστικά, τωρινά και μελλοντικά, η φιγούρα του Comandante. Πανταχού παρούσα. Νοιώθει κανείς την παρουσία της, την ομιλία της, τη σκέψη της, την αναπνοή της. Στους δημόσιους χώρους, τη στιγμή που κλείνεις την πόρτα για να ξεκουραστείς. Βρίσκεται παντού.

Εν έτει 1970, ο Comandante ανακοινώνει το νέο στρατηγικό σχέδιο της Κουβανικής κοινωνίας – να προωθήσει την παραγωγή ζάχαρης σε τέτοιο επίπεδο, ώστε απο αυτή και μόνον, η Κούβα να ανεξαρτητοποιηθεί οικονομικά. Να μπορέσει να φτάσει η παραγωγή ζάχαρης στο φανταστικό επίπεδο των 10 εκατομμυρίων τόνων, που θα της επιτρέψει να μονοπωλήσει το παγκόσμιο εμπόριο ζάχαρης. Μια φανταστική ποσότητα παραγωγής, ο πλούτος της οποίας θα χρηματοδοτήσει την Επανάσταση. Μια προσπάθεια που θα απαιτούσε την αναβίωση μονάδων παραγωγής που ήταν νεκρές για χρόνια, και τη δημιουργία νέων. Τη διοικητική και παραγωγική ανασυγκρότηση της κοινωνίας γύρω απο ένα και μόνον προϊόν. Ολα για τη ζάχαρη. Ολοι για τη ζάχαρη.

Ολάκερη η κοινωνία του νησιού ρίχνεται στην παραγωγή της ζάχαρης. Με πάθος και καθοδήγηση. Οποιος δεν συμμετέχει, θεωρείται σχεδόν προδότης. Η Κούβα δεν έχει πιά χρόνο και χώρο για μοντέρνους χορούς. Χρειάζεται ζάχαρη. Πολύ ζάχαρη. Η νεαρή δασκάλα αφυπνίζεται στην πολιτική πραγματικότητα του κόσμου που ζεί, και μέσα απο την καθημερινότητα με τα παιδιά του σχολείου, τη στρατευμένη κοινωνία της Κούβας και τις ιδεολογικές κορώνες της Επανάστασης, προσπαθεί να διατηρήσει τη θέση της στο έργο που έχει αναλάβει. Για όσο καιρό της επιτραπεί, μέ όση δύναμη έχει. Μέχρι που μέσα απο δεκάδες προσωπικές ιστορίες, διαλόγους και καταστάσεις, μέσα απο τις ομιλίες του Comandante, των ανθρώπων που τον εκπροσωπούν, τα παιδιά του χορού, μέσα στα χρώματα της εξωτικής Κούβας, τους υπέροχους μουσικούς ρυθμούς και το λίγο ηλεκτρικό, χωρίς πρόσβαση σε τηλέφωνο και ελβετικές σοκολάτες, φτάνει κι αυτή σε κάποιο τέλος. Ενα τέλος συναρπαστικό...

Πρόκειται για την καταπληκτική Alma Guillermoprieto, μια Μεξικάνα της Νέας Υόρκης, που αφού ακολούθησε μια αποτυχημένη πορεία σαν χορεύτρια μοντέρνου χορού, μετεξελίσεται μέσα απο την Κουβανική εμπειρία της σε κάτι που κάνει πολύ καλύτερα – σε έναν δημοσιογραφικό και εννίοτε λογοτεχνίζοντα αφηγητή ιστοριών απο τη Λατινική Αμερική. Κατακτά έτσι, η αποτυχημενη χορεύτρια και δασκάλα χορού, μια δικαιωματική και άξια θέση στην ισπανόφωνη κουλτούρα της Αμερικής, φέρνοντας μέσα απο τις αφηγήσεις της, συναισθήματα και γεγονότα άγνωστα στους αγγλόφωνους Γιάνκηδες του Βορρά.

Την ανακάλυψα, μαζί με άλλους, την εποχή του Café Brasil. Και μέσα απο συζητήσεις για την πολυπαθή Λατινική Αμερική, μέσα σε ρυθμούς που ηχούσαν σαν προτρεπτικό μουσικό υπόβαθρο, μαζί με μυριάδες άλλα μικρά, ασήμαντα ή σημαντικά εξερευνήματα της ατίθασης νιότης, μέσα απο τις συζητήσεις ανθρώπων που σημάδεψαν με τη διαφορετικότητά τους τη ζωή μου, την συγκαταλέγω κι’ αυτή, στα χρήσιμα λάβαρα της αξιόλογης παρέας. Δεν ξέρω αν τα βιβλία της εχουν μεταφραστεί στην Ελλάδα, την προτείνω πάντως σε όσους επιθυμούν να την γνωρίσουν. Οι σκέψεις αυτού του πόστ είναι εμνευσμένες απο το υπέροχο βιβλίο Dancing with Cuba, στο οποίο η κυρία Guillermoprieto αφηγείται την εμπειρία της απο το νησί της Επανάστασης, μέσα σε ενα πλαίσιο που αναμειγνύει δημοσιογραφικά και αυτοβιογραφικά στοιχεία.


Στο μουσικό παράρτημα, ενα άλλο λάφυρο της εποχής, ο μουσικός Silvio Rodríguez. Ο Ποιητής της Επανάστασης. Υιοθέτησε ιδεολογικά τους στόχους της Κουβανικής Επανάστασης και τάχθηκε στο πλευρό του Comandante. Για αυτούς που αντλούν ρομαντισμό απο την Κουβανική Επανάσταση, η μουσική του ξεσηκώνει, προτρέπει, εξυμνεί. Αλλα πέραν τούτου, η μουσική δημιουργία στέκει απο μόνη της ποιοτικά στον χρόνο, σαν ποίημα, σαν ρυθμός, σαν δημιούργημα. Είναι μια μορφή που χαίρει τεράστιας εκτίμησης στον Λατινικό κόσμο της Ν. Αμερικής, ενα σεβάσμιο σημείο αναφοράς ακόμα και για τις μή αριστερίζουσες τάξεις.