
Η μητέρα τρέχει στο δωμάτιό μου γεμάτη χαρά. Με πιάνει απ’ το χέρι και μου μιλάει ψιθυριστά. «Ελα μέσα, έχει στη τηλεόραση τον Μάνο Χατζιδάκη. Γράφει ένα τραγούδι».
Καινούργια η τηλεόραση στην Ελλάδα. Υπολειτουργεί, και εκπέμπει μια μαγία που γίνεται αισθητή παντού στην επαρχία. Το κράτος των Αθηνών στο σπίτι μας. Ο κόσμος όλος στο γυαλί. Η είσοδος στον κόσμο. Στην οθόνη της ασπόμαυρης τηλεόρασης, μια παρέα μιλάει και γελάει. Πέντε άτομα γύρω απο ένα τραπέζι, παντού χαρτιά, καφέδες.
Ο κύριος στο κέντρο είναι ο Μάνος Χατζιδάκης. Σκούρο πλατύ σακκάκι, ανοιχτό πουκάμισο. Καπνίζει. Δίπλα του μερικοί φίλοι. Ο Νίκος Γκάτσος. Συζητούν κάποιο θέμα με κέντρο τη ζωή της γειτονιάς. Μέσα στους απλούς ανθρώπους που περπατούν στο δρόμο, στο ντύσιμό τους, στίς συνήθειες και το ύφος τους, υπάρχει μια αισθητική, λέει ο κύριος Χατζιδάκης. Αυτή θέλει να συλλάβει, και να την κάνει μουσική.
«Η αρχική έμπνευση, το θέμα. Η νοητή σύλληψη μιας ιδέας που θα αποδωθεί σαν τέχνη. Το έναυσμα». «Υπάρχει αυτή η αισθητική εδώ στη γειτονιά;» ρωτάει ο δημοσιογράφος. «Υπάρχει παντού», απαντάει ο κύριος Χατζιδάκης. «Στα σπίτια του δρόμου, στα δέντρα του πεζοδρομίου, στην απέναντι ταβέρνα. Στους ανθρώπους που σταματούν για να χαζέψουν μια βιτρίνα. Στην εκκλησία και τα μυστήρια. Στη λαχαναγορά, με τους χωρατατζήδες, τους αργόσχολους, τους εμποράδες και τους αλητήριους. Στην όμορφη κοκέτα της γειτονιάς που στολίστηκε για να κατεβεί στο φούρνο για ψωμί. Στα πλοία που είναι δεμένα στο λιμάνι».
Η μητέρα φαίνεται γοητευμένη. Στα μάτια της βαθιά, μια μεγάλη αγάπη για τον μουσουργό της εκπομπής. Παρακολουθεί την εξέλιξη της συζήτησης με περίσιο ενδιαφέρον. Παρακολουθώ και εγώ σιωπηλός, χωρίς να καταλαβαίνω απόλυτα. Θέλω να μάθω και να δώ. Ο κύριος Χατζιδάκης συνεχίζει.
«Κρατώ την έμπνευση στο μυαλο μου, όσο μπορώ. Ψάχνω μια μελωδία. Την επεξεργάζομαι στο πιάνο. Ωρες ατέλειωτες. Μέχρι που μελωδία και θεματική να ταυτιστούν απόλυτα. Σαν ενα καλοραμμένο φόρεμα στο κορμί μιας όμορφης γυναίκας. Σαν εραστές που σμίγουν ερωτικά». Μια τέτοια έμπνευση «δουλεύουν» τώρα στην εκπομπή. Μια πρόχειρη μελωδία, άπαιχτη, άσμίλευτη, που κάποια στιγμή θα γίνει τραγούδι. «Και που βρίσκεται αυτή η μελωδία τώρα;» ρωτάει ο δημοσιογράφος. Προφανώς περιμένει τον μουσουργό να του μιλήσει για παρτιτούρες και μουσικά σημειωματάρια. «Την έχω γράψει στο πακέτο με τα τσιγάρα», απαντά ο συνθέτης.
Οι Κυριακές στο σπίτι είχαν πάντα μια επισημότητα. Καλά ρούχα και επισκέψεις. Μυρωδιές απο κουλουράκια και γιουβέτσι. Καλογιαλισμένα κρασιά και σιδερωμένα τραπεζομάντηλα. Ο χώρος της νιότης μου. Και πάνω απ’ όλα αυτά, σαν απαραίτητη μουσική υπόκρουση, σαν απόλυτη προυπόθεση ζωής, η μουσική του Μάνου. Στη δισκοθήκη της οικογένειας, οι δίσκοι με το βινύλιο ήταν όμορφα τακτοποιημένοι σε ένα ειδικό χώρο. Και σαν έκρηξη ηφαιστείου, η αισθητική του σπιτιού άλλάζε τις Κυριακές, καθώς η μητέρα έβαζε τις μελωδικές δημιουργίες του μουσουργού της στο μικρό οικογενειακό πικ-άπ. Γέμιζε το σπίτι με τη μουσική του Μάνου.
Σε κάθε γωνιά του σπιτιού, στο ψηλοτάβανο οικογενειακό μας στέκι, στην γραφική οδό Βαλτινού, με τα πέτρινα σπίτια, τις αυλές και τα μπαλκόνια, υπήρχε η μουσική παρουσία του κυρίου Χατζιδάκη. Τα “Tραγούδια της οδού Αθηνάς”, “Ο Μεγάλος Ερωτικός», «Η Οδός Ονείρων». Ειδικά «Η Οδός Ονείρων». Ακόμα και τώρα, τη νοιώθω μέσα μου βαθιά να μου θυμίζει τις Κυριακές. Είναι μια μελωδία που σέρνει μαζί της φωτογραφικούς συνειρμούς ανθρώπων της νιότης μου, το ψηλοτάβανο σαλόνι του σπιτιού με τον πολυέλαιο, τα κεντητά κάδρα, τα ασημικά και τη βιβλιοθήκη.
Αγαπώ τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκη. Οι μελωδίες του με συγκλονίζουν. Αγαπώ τα λυπητερά μινόρε του, τη κιθάρα που σιγοντάρει, τα πνευστά που ανεβοκατεβαίνουν ξεχωριστά τους μουσικούς δρόμους για να ενωθούν στο τέλος, το μαντολίνο που ξεχωρίζει στα έγχορδα. Οταν παιδί έτρεχα την ανηφόρα της γειτονιάς για να επισκεφθώ το δάσκαλο μουσικής που με έστελναν οι γονείς μου, τον Μάνο είχα στο μυαλό μου. Πως να του μοιάσω. Οχι πως τότε τον καταλάβαινα απόλυτα. Ηθελα όμως να γράψω μια μέρα κι’ εγώ ένα τραγούδι, έτσι απλά, όπως κι’ αυτός, σε κάποιο πρόχειρο χαρτί, σ’ ενα κουτί τσιγάρα. Χαραγμένη η εικόνα βαθιά στο θυμικό μου. Ακους εκεί να γράφει τραγούδι στο πακέτο με τα τσιγάρα!
Χρόνια πολλά πέρασαν απο τότε, πόλεις καινούργιες απο τα μάτια μου, άνθρωποι απο τη ψυχή μου. Μα η μουσική του Μάνου μου έμεινε, λάφυρο μοναδικό, ενα καταφύγιο οπου προσφεύγω τις στιγμές τις απόλυτης ανάγκης για να αδειάσω τη ψυχή μου. Καθώς μεγάλωνα, έμαθα τα πάντα για το συνθέτη. Είδα τη ζωή του, διάβασα τίς σκέψεις του.
Ωριμος πια αναρωτήθηκα από που αντλούσε την εμπνευσή του.
Απο πού ορμώμενος κύριε Χατζιδάκη συλλαμβάνετε την περίφημη «αισθητική» της γειτονιάς; Τι βιβλία διαβάσατε, πού ταξιδέψατε, με ποιούς κάνατε παρέα; Η μήπως όλα αυτά ήταν έμφυτα, ανεξήγητα και μυστηριώδη; Μήπως ήταν η ομοφιλοφιλία που διόγκωνε την ευαισθησία, το έντονο ερωτικό στοιχείο, ο έρωτας; Μήπως ήταν η παρέα, οι καφέδες στα πατάρια των ζαχαροπλαστείων, το ποιητικό ραντεβού σας με τον Νίκο Γκάτσο;
Στο ευρύχωρο σαλόνι του σπιτιού μου, οι φίλοι παίρνουν θέση. Κυριακή πρωί. Τέσσερα όργανα, πιάνο, τζουράς, κιθάρα και ακκορντεόν. Στο έναυσμα της έναρξης, η μελωδία ξεχύνεται γλυκιά και γεμίζει το σπίτι. Το μικρό μουσικό μας σχήμα είναι ιερό. Αναβιώνει τη μουσική του Μάνου σε μια άλλή περίοδο. Η «Η Οδός Ονείρων» της οδού Βαλτινού, αναπαράγεται τώρα σε κάποια οδό της Αμερικής. Οι πρωταγωνιστές παράγουν εδώ, κάθε Κυριακή, το δικό τους ζαχαροπλαστείο, με καφέδες, γλυκά, σκόρπια χαρτιά, φωνές και γέλια. Φιλοσοφούν και μιλάνε για «αισθητική». Και εκεί που η παρέα ζεσταίνεται, αρχίζει το τραγούδι. Η μελωδία δημιουργεί την αίσθηση. Στο τραγούδι η Νεκταρία. Φωνή μελωδική, που ξέρει να δίνει συναίσθημα στο στίχο, να ανοιγοκλείνει σωστά τα φωνήεντα, όπως οι τραγουδίστριες του Μάνου.
Δεν τον συνάντησα ποτέ. Δεν τον είδα κάν σε μιά του συναυλία. Είχα πολλές ευκαιρίες, αλλά τις έχασα. Η μορφή του όμως, μου είναι οικεία, σαν να τον είχα φίλο και δάσκαλο. Νομίζω πως αν με συναντούσε σήμερα, θα χαιρόταν για τη μουσική μου πρόοδο. Για την καφενόβια παρέα της Κυριακής, τη σύναξη των φιλων. Για τις μουσικές συζητήσεις του club της οδού Forest. Για τη συναυλία που ετοιμάζουμε στη παλιότερη εκκλησία της Θεολογικής σχολής του Harvard, με τα σκαλιστά χειροποίητα αετώματα, τους σκοτεινους ευλαβικούς χώρους, και τους ξύλινους πάγκους. Για τους τριακόσιους εκλεκτούς προσκεκλημένους μας. Για την αγάπη γηγενών και ομογενών για τη μουσική του.
Και εγώ θα τον ρωτούσα πως γράφεται ένα τραγούδι, πως πάς μια βόλτα στην αγορά και γυρνάς πίσω με την έμπνευση στη τσέπη. Πως απεικονίζεις την αισθητική ενός ολόκληρου λαού, μιας ολόκληρης εποχής, πως περιγράφεις τη θάλασσα, την εκκλησιά, την επίσκεψη στο σπίτι, το μάγκα της λαχαναγοράς, την όμορφη κοκέτα. Τον λυγμό, τον έρωτα, και την απελπισιά. Πως συνδιάζεις τα πνευστά, τα κρουστά και τα εγχορδα. Και πάνω απο όλα, διάολε, πως χωράνε όλα αυτα σ’ ενα πακέτο απο τσιγάρα;
Κύριε Χατζιδάκη σας ευχαριστώ. Και εγώ και η παρέα μου. Ολα τα παιδιά, τα όργανα της Κυριακής, η οδός Forest. Ολος ο ελληνικός λαός, η Ελλάδα. Και φυσικά η μητέρα μου.
Πάμε πάλι παιδιά.. «Μιά Θάλασσα Πλατιά»....απο λα μινόρε...
--------------------------------------------------------------------------
Τα λόγια στα εισαγωγικά είναι δικά μου. Θυμάμαι την εκπομπή στην τηλεόραση, ήμουνα τότε παιδί 14 χρόνων. Ο διάλογος έχει ξεφτίσει στο μυαλό μου, αλλά προσπάθησα να αναπαράγω τον τρόπο έκφρασης και την αισθητική του λόγου του κυρίου Μάνου Χατζιδάκη. Η φωτογραφία είναι απο το επίσημο web site του κ. Μάνου Χατζιδάκη.http://www.hadjidakis.gr/homeweb.htm--------------------------------------------------------------------------