Μέσα στους μικροπωλητές που πουλούσαν τρόφιμα, σουβενίρ και μικροαντικείμενα, ο ασπρομάλλης κύριος προχωρούσε με αργές κινήσεις βόλτας, ψάχνοντας το άκουσμα της μητρικής του γλώσσας. Ηταν όμορφο που έλληνες επισκεπτόταν την Ουγγαρία. Και συνάμα απίστευτο. Μα τόσο πέρασε ο καιρός, τόσο κύλισε ο χρόνος, που η χώρα των Μαγυάρων έχει τουριστικό ενδιαφέρον; Και τι να γίνεται τάχα στη μακρινή πατρίδα, τόσο άλλαξαν τα πράγματα και εκεί, που τώρα εξάγει και τουρίστες;
Με συμπάθησε. Ημουν ο μόνος στον οποίο χαμογέλασε. Ο κύριος Μιχάλης. Ασπρα μαλλιά, πρόσωπο μελαγχολικό. Με ρωτάει για το σχολείο. Τελειώνω το γυμνάσιο φέτος, του απαντώ. Το 79 θα είναι για μένα η χρονιά της ελευθερίας. Θα πάω στο πανεπιστήμιο. Αθήνα, Θεσσαλονίκη, ίσως και στο Λονδίνο. Είναι η πρώτη μου φορά έξω απο την Ελλάδα. Οδικά με την οικογένειά μου.
Θέλετε να πάμε πιο σιγά; Ναι, είναι το ξύλινο πόδι που κουράζει. Το έχει χρόνια. Απο παιδί, τότε που πάτησε μια χειροβομβίδα στα ανοιχτά χωράφια της πατρίδας. Γέμισε πληγές και αίματα. Οι σύντροφοι τον μάζεψαν και τον βοήθησαν. Εχανε άιμα. Τυχαία, στο πρώτο χωριό που πέρασαν ρωτώντας, υπήρχε ένας γιατρός. Κάποιος έτρεξε να τον βρεί. Κρυφά μέσα στη νύχτα. Την εποχή του αντάρτικου, νεαρέ μου, όλα γινότανε στη ζούλα.
Ας μη μιλάμε δυνατά. Σε μερικούς δεν αρέσει που μιλάω σε ξένους. Μα οι έλληνες δεν είναι ξένοι για μένα, είναι οι δικοί μου άνθρωποι, μιλούν τη γλώσσα μου. Αλλωστε τώρα πιά δεν έχει σημασία, είμαι πια μεγάλος και συνταξιούχος. Δεν έχω τίποτα να φοβηθώ. Με τους αντάρτες περάσαμε στη Γιουγκοσλαβία. Οι μεγαλύτεροι έκαναν τις επαφές. Με τον καιρό καταλήξαμε στην Ουγγαρία. Εδώ φάγαμε για πρώτη φορά σε αληθινό τραπέζι με καρέκλες. Οι Ούγγροι μας φέρθηκαν καλά. Δεν είχαν κι’ αυτοί πολλά, αλλά μας έδωσαν δουλειά σε φάμπρικα, και σπίτι για να μείνουμε. Σπίτι με ζεστό νερό. Φαντάσου!
Θα μείνουμε μερικές μέρες στο διαμέρισμα του κυρίου Μιχάλη, ανακοινώνει ο πατέρας. Επιθυμει να μας φιλοξενήσει. Τον έπεισε πως έχει μεγάλο διαμέρισμα, τρία δωμάτια, και είναι μόνος. Το σπίτι του, το έδωσε το κράτος στο μεγάλο του γιό, τον Αρη που δε μένει πιά εκεί. Ναι, έλληνας ο Αρης, μιλάει καλά ελληνικά. Αλλά εχει βέβαια και το Ουγγαρέζικο. Εδώ μεγάλωσε, εδώ νοιώθει. Θα τον πληρώσουμε και κάτι. Δεν ζήτησε λεφτά, αλλά εμείς δεν θα τον αφήσουμε έτσι. Είναι καλός άνθρωπος. Νοσταλγεί απέραντα την Ελλάδα.
Μεγάλο και ωραίο το διαμέρισμα του κυρίου Μιχάλη. Στο σαλόνι του σπιτιού, μια συλλογή με ελληνικά αγάλματα. Ο Μέγας Αλέξανδρος, τον μαθαίνουνε και οι Ούγγροι στο σχολείο, δικός μας, στρατηλάτης. Ο Σωκράτης, το πνεύμα της δαιμόνιας φυλής μας, εδώ, δίπλα στον Αριστοτέλη. Μας πούλησε ο Καραμανλής, νεαρέ μου. Κανόνισε με τους Ούγγρους να μας κρατήσουν εδώ. Να μην μας δώσουν τις συντάξεις μας στην Ελλάδα. Ούτε μπορούμε να ταξιδέψουμε. Δεν έχουμε διαβατήρια, ούτε άδειες. Η Ελλάδα δεν μας θέλει. Ενώ εμείς την αγαπάμε.
Το όνειρο του κυρίου Μιχάλη είναι να γυρίσει στην Ελλάδα. Να νοιώσει μετά απο μια ολόκληρη ζωή το υπέροχο ταξίδι της επιστροφής. Να κατέβει απο το τραίνο και να φιλήσει τα άγια χώματα της πατρίδας. Να νοιώσει στο κορμί του τον καυτό ήλιο της μεσογείου, να κατέβει στο χωριό που άφησε μικρός και να περπατήσει στα σοκάκια. Ηταν παιδί όταν έφυγε. Αντάρτης απο τύχη, θύμα της Ιστορίας και του πολέμου των Ελλήνων. Εδωσε ό,τι ήταν να δώσει στη θετή πατρίδα του. Εκανε το χρέος του. Τώρα θάθελε να φύγει. Αλλά δεν τον αφήνουν.
Γέμισε η πόλη με αίμα νεαρών παιδιών. Δεν έιχαμε όπλα. Με πέτρες αντιμετωπίσαμε τους Ρώσους. Η καταστροφή μεγάλη. Θυμάμαι φωτιές στις πλατείες, καμμένα μαγαζιά, αίματα στους πλακόστρωτους δρόμους. Αλλά μας πούλησαν και πάλι. Κανείς δεν μας βοήθησε. Η Ευρώπη φοβήθηκε τη κραταιά Ρωσία. Εμείς κρατήσαμε όσο μπορούσαμε. Με οδοφράγματα, φωτιές και πέτρες. Αλλά τα τάνκς μπήκαν στα σπίτια μας. Πάτησαν νεαρούς αγωνιστές που ζητούσαν ελευθερία, συνέλαβαν με βία τους Ούγγρους επαναστάτες. Στους κεντρικούς δρόμους της πόλης υπάρχουν ακόμα σημάδια απο τις σφαίρες στους τοίχους. Οταν οι οδομαχίες έπαψαν, τα πράγματα έγιναν χειρότερα. Συλλήψεις, βασανισμοί, εκτελέσεις. Εκει η Ουγγαρία, έχασε το πνεύμα της. Να δώσει ο θεός να βρεί ξανά την ελευθερία της. Να βρώ και εγώ τη δική μου. Να σύρω με ο,τι δύναμη μου απομένει, το ξύλινο πόδι μου στη Μακεδονία.
Η αυγουστιάτική νυχτα της 20ης Αυγούστου θα μείνει για πάντα στη ψυχή και στο μυαλό μου. Ολόκληρη η οικογένεια κατέβηκε με τον κύριο Μιχάλη στις όχθες του Δούναβη. Η τεράστια γέφυρα αποτυπώθηκε στο μυαλό μου σαν σφραγίδα. Στις όχθες του μεγάλου ποταμού, μαζεύτηκε όλη η Βουδαπέστη. Πάνω απο ένα εκατομμύριο κόσμος. Και ενώ περίμενα τα τεράστια πλήθη να ξεφαντώσουν απο χαρά, μια απέραντη ησυχία σκέπασε τη πόλη. Θα μπορούσα να φωνάξω και να ακουστώ παντού, μέσα σε ένα εκατομύρια ψυχές που σιωπούσαν. Ο κύριος Μιχάλης με προτρέπει να κατεβάσω τη φωνή μου. Γιατί κύριε Μιχάλη, τι συμβαίνει, γιατί σιωπά ο κόσμος;
Και ξάφνου, σαν μιά στιγμιαία έκρηξη, αεροπλάνα διασχίζουν τον ουρανό σε πολλαπλούς σχηματισμούς. Στο ποταμό αμφίβια τάνκς και οπλισμένα ποταμόπλοια κάνουν την εμφάνισή τους. Μια ρυθμική μουσική έρχεται απο τη μεριά της Πέστης. Ενα εμβατήριο. Σαν σε χορογραφία, σε απόλυτο συντονισμό κινήσεων, βγαίνουν οι ουγγρικές σημαίες και τα κόκκινα σφυροδρέπανα. Τη στιγμή που τανκς, στρατός και αεροπλάνα κατακλύζουν το Δούναβη, μέσα στην ευφορεία της μουσικής που τραγουδιέται απο χιλιάδες, σε μια υπέρτατη στιγμή κορύφωσης, μέσα απο τα όμορφα κάστρα της πόλης, και κατα μήκος της γέφυρας, σαν κινηματογραφική ταινία, αρχίζουν τα πυροτεχνήματα. Ο κόκκινος στρατός της κομμουνιστικής Ουγγαρίας παρελαύνει. Είναι μια στιγμή απόλυτης νίκης, μια στιγμή μύησης. Φώτα ανάβουν παντού, σε κάστρα, γέφυρες και σπίτια. Το φωτεινό σκηνικό της παράστασης αντανακλάται στα ήρεμα νερά του Δούναβη, φωτίζει όλη τη πόλη, εγείρει το κοιμισμένο πλήθος, δημιουργεί οράματα. Μια ολόκληρη πόλη ντοπάρεται με κόκκινες εικόνες, σφυροδρέπανα και παραισθήσεις.Σαν η γιορτή κοπάζει, και αδειάζει ο Δούναβης, η σιωπή επανέρχεται. Ετσι απλά, και θλιβερά. Σαν σε νεκροταφείο.
Καθώς η οικογένεια ετοιμάζεται για το ταξίδι της επιστοφής, ο κύριος Μιχάλης μας ζητάει μια χάρη. Να του στείλουμε μερικά βιβλία απο την πατρίδα. Εκεί αφήνει τον καυμό του τα βράδια της απέραντης μοναξιάς του. Βυθίζεται στις στοές της ψυχής του και χάνεται. Αναπολεί τη παιδική του ηλικία, ξαναζεί το πάτημα της χειροβομδίδας, γράφει αυτά που έζησε. Εχει και ένα γράμμα για την ελληνική κυβέρνηση. Να μην ξεχάσει τους Ελληνες της Ουγγαρίας. Να τους αφήσει να επιστρέψουν στην Ελλάδα, στον τόπο τους. Να ξεχαστεί επιτέλους ο φοβερός εμφύλιος, να μπεί στην ιστορία.
Μας ξεπροβοδίζει στοργικά. Οταν εμείς θα χαθούμε στον αυτοκινητόδρομο, μας λέει, εκείνος θα κατευθυνθεί και πάλι προς το παλιό κάστρο. Αφου πρώτα στεγνώσουν τα δάκρυά του.
-----------------------------------------------------------
Αφιερωμένο στον Μιχάλη Συμεωνίδη,
τον πρώτο Ελληνα του εξωτερικού που γνώρισα.
Θύμα της Ιστορίας και του πολέμου των Ελλήνων.
Βουδαπέστη, Αύγουστος 1978








