Thursday, January 17, 2008

Ο Αντάρτης του Δούναβη

Περιφερόταν στις λαικές αγορές της Βουδαπέστης ψάχνοντας έλληνες τουρίστες. Στη μεγάλη πλατεία, κάτω απο το παλιό κάστρο έκαναν σταθμό λεωφορεία με ομάδες ελλήνων τουριστών. Κάθε πρωί, ντυμένος με το μάλλινο κουστούμι του, το γιλέκο και τη σκούρα γραβάτα, εκείνος έπαιρνε το τράμ απο τη φτωχική του συνοικία και κατέβαινε στην όμορφη πόλη.

Μέσα στους μικροπωλητές που πουλούσαν τρόφιμα, σουβενίρ και μικροαντικείμενα, ο ασπρομάλλης κύριος προχωρούσε με αργές κινήσεις βόλτας, ψάχνοντας το άκουσμα της μητρικής του γλώσσας. Ηταν όμορφο που έλληνες επισκεπτόταν την Ουγγαρία. Και συνάμα απίστευτο. Μα τόσο πέρασε ο καιρός, τόσο κύλισε ο χρόνος, που η χώρα των Μαγυάρων έχει τουριστικό ενδιαφέρον; Και τι να γίνεται τάχα στη μακρινή πατρίδα, τόσο άλλαξαν τα πράγματα και εκεί, που τώρα εξάγει και τουρίστες;

Γνώρισε πρώτα τον πατέρα. Του συστήθηκε. Μιχάλης Συμεωνίδης. Ελληνας της Ουγγαρίας. Μακεδόνας στη καταγωγή. Συνταξιούχος. Πρόθυμος να μας ξεναγήσει στην όμορφη πόλη που ο Δούναβης χώριζε στα δύο. Τη Βούδα και την Πέστη. Εκείνος έμενε μισή ώρα απο δώ, σε κάποια εργατική πολυκατοικία. Ενα όμορφο διαμέρισμα. Δεν είχε αυτοκίνητο. Θα μας έδειχνε το υπέροχο κοινοβούλιο της πόλης, την εκκλησία του Αγίου Ματθαίου, τις λαικές αγορές. Θα μας πήγαινε σε πάρκα και μουσεία, ωραία μαγαζιά και πολυτελή εστιατόρια. Αφιλοκερδώς. Απλά, ήθελε να είναι με έλληνες.

Με συμπάθησε. Ημουν ο μόνος στον οποίο χαμογέλασε. Ο κύριος Μιχάλης. Ασπρα μαλλιά, πρόσωπο μελαγχολικό. Με ρωτάει για το σχολείο. Τελειώνω το γυμνάσιο φέτος, του απαντώ. Το 79 θα είναι για μένα η χρονιά της ελευθερίας. Θα πάω στο πανεπιστήμιο. Αθήνα, Θεσσαλονίκη, ίσως και στο Λονδίνο. Είναι η πρώτη μου φορά έξω απο την Ελλάδα. Οδικά με την οικογένειά μου.

Θέλετε να πάμε πιο σιγά; Ναι, είναι το ξύλινο πόδι που κουράζει. Το έχει χρόνια. Απο παιδί, τότε που πάτησε μια χειροβομβίδα στα ανοιχτά χωράφια της πατρίδας. Γέμισε πληγές και αίματα. Οι σύντροφοι τον μάζεψαν και τον βοήθησαν. Εχανε άιμα. Τυχαία, στο πρώτο χωριό που πέρασαν ρωτώντας, υπήρχε ένας γιατρός. Κάποιος έτρεξε να τον βρεί. Κρυφά μέσα στη νύχτα. Την εποχή του αντάρτικου, νεαρέ μου, όλα γινότανε στη ζούλα.

Ας μη μιλάμε δυνατά. Σε μερικούς δεν αρέσει που μιλάω σε ξένους. Μα οι έλληνες δεν είναι ξένοι για μένα, είναι οι δικοί μου άνθρωποι, μιλούν τη γλώσσα μου. Αλλωστε τώρα πιά δεν έχει σημασία, είμαι πια μεγάλος και συνταξιούχος. Δεν έχω τίποτα να φοβηθώ. Με τους αντάρτες περάσαμε στη Γιουγκοσλαβία. Οι μεγαλύτεροι έκαναν τις επαφές. Με τον καιρό καταλήξαμε στην Ουγγαρία. Εδώ φάγαμε για πρώτη φορά σε αληθινό τραπέζι με καρέκλες. Οι Ούγγροι μας φέρθηκαν καλά. Δεν είχαν κι’ αυτοί πολλά, αλλά μας έδωσαν δουλειά σε φάμπρικα, και σπίτι για να μείνουμε. Σπίτι με ζεστό νερό. Φαντάσου!

Θα μείνουμε μερικές μέρες στο διαμέρισμα του κυρίου Μιχάλη, ανακοινώνει ο πατέρας. Επιθυμει να μας φιλοξενήσει. Τον έπεισε πως έχει μεγάλο διαμέρισμα, τρία δωμάτια, και είναι μόνος. Το σπίτι του, το έδωσε το κράτος στο μεγάλο του γιό, τον Αρη που δε μένει πιά εκεί. Ναι, έλληνας ο Αρης, μιλάει καλά ελληνικά. Αλλά εχει βέβαια και το Ουγγαρέζικο. Εδώ μεγάλωσε, εδώ νοιώθει. Θα τον πληρώσουμε και κάτι. Δεν ζήτησε λεφτά, αλλά εμείς δεν θα τον αφήσουμε έτσι. Είναι καλός άνθρωπος. Νοσταλγεί απέραντα την Ελλάδα.

Μεγάλο και ωραίο το διαμέρισμα του κυρίου Μιχάλη. Στο σαλόνι του σπιτιού, μια συλλογή με ελληνικά αγάλματα. Ο Μέγας Αλέξανδρος, τον μαθαίνουνε και οι Ούγγροι στο σχολείο, δικός μας, στρατηλάτης. Ο Σωκράτης, το πνεύμα της δαιμόνιας φυλής μας, εδώ, δίπλα στον Αριστοτέλη. Μας πούλησε ο Καραμανλής, νεαρέ μου. Κανόνισε με τους Ούγγρους να μας κρατήσουν εδώ. Να μην μας δώσουν τις συντάξεις μας στην Ελλάδα. Ούτε μπορούμε να ταξιδέψουμε. Δεν έχουμε διαβατήρια, ούτε άδειες. Η Ελλάδα δεν μας θέλει. Ενώ εμείς την αγαπάμε.

Το όνειρο του κυρίου Μιχάλη είναι να γυρίσει στην Ελλάδα. Να νοιώσει μετά απο μια ολόκληρη ζωή το υπέροχο ταξίδι της επιστροφής. Να κατέβει απο το τραίνο και να φιλήσει τα άγια χώματα της πατρίδας. Να νοιώσει στο κορμί του τον καυτό ήλιο της μεσογείου, να κατέβει στο χωριό που άφησε μικρός και να περπατήσει στα σοκάκια. Ηταν παιδί όταν έφυγε. Αντάρτης απο τύχη, θύμα της Ιστορίας και του πολέμου των Ελλήνων. Εδωσε ό,τι ήταν να δώσει στη θετή πατρίδα του. Εκανε το χρέος του. Τώρα θάθελε να φύγει. Αλλά δεν τον αφήνουν.

Οχι νεαρέ μου, δεν είμαι κομμουνιστής. Τυχαία έγινα αντάρτης. Τους γερμανούς ήθελα να πολεμήσω, οι άλλοι δεν με ένοιαζαν. Σέβομαι τους Ούγγρους και σιχαίνομαι τους Ρώσους. Οπως όλοι. Το 56, όταν οι Ούγγροι ξεσηκώθηκαν, πήρα και εγώ τους δρόμους. Αγωνίστηκα μαζί τους να ελευθερωθεί ο τόπος, να ζήσουμε ξανά ελεύθεροι. Μια ελεύθερη Ουγγαρία θα με άφηνε και μένα να γυρίσω στην πατρίδα μου, την Ελλάδα που αγαπούσα, την Ελλάδα που αγαπώ.

Γέμισε η πόλη με αίμα νεαρών παιδιών. Δεν έιχαμε όπλα. Με πέτρες αντιμετωπίσαμε τους Ρώσους. Η καταστροφή μεγάλη. Θυμάμαι φωτιές στις πλατείες, καμμένα μαγαζιά, αίματα στους πλακόστρωτους δρόμους. Αλλά μας πούλησαν και πάλι. Κανείς δεν μας βοήθησε. Η Ευρώπη φοβήθηκε τη κραταιά Ρωσία. Εμείς κρατήσαμε όσο μπορούσαμε. Με οδοφράγματα, φωτιές και πέτρες. Αλλά τα τάνκς μπήκαν στα σπίτια μας. Πάτησαν νεαρούς αγωνιστές που ζητούσαν ελευθερία, συνέλαβαν με βία τους Ούγγρους επαναστάτες. Στους κεντρικούς δρόμους της πόλης υπάρχουν ακόμα σημάδια απο τις σφαίρες στους τοίχους. Οταν οι οδομαχίες έπαψαν, τα πράγματα έγιναν χειρότερα. Συλλήψεις, βασανισμοί, εκτελέσεις. Εκει η Ουγγαρία, έχασε το πνεύμα της. Να δώσει ο θεός να βρεί ξανά την ελευθερία της. Να βρώ και εγώ τη δική μου. Να σύρω με ο,τι δύναμη μου απομένει, το ξύλινο πόδι μου στη Μακεδονία.

Σήμερα είναι 20 Αυγούστου. Μεγάλη γιορτή. Σαν σήμερα πριν 1000 χρόνια, ο γενναίος βασιλιάς Stephen István ένωσε τους νομάδες Ούγγρους σε έθνος. Στο Δούναβη θα έχει πυροτεχνήματα το βράδυ. Είναι μεγάλη μέρα. Ολοι πρέπει να είμαστε εκεί. Κάτω απο τη πράσινη γέφυρα. Την παλιότερη της Βουδαπέστης, στην άκρη στο ποτάμι. Θα είναι ωραία. Αυτή η γέφυρα έχει μεγάλη ιστορία. Ερχονται εδώ απο όλο τον κόσμο να τη φωτογραφήσουν.

Η αυγουστιάτική νυχτα της 20ης Αυγούστου θα μείνει για πάντα στη ψυχή και στο μυαλό μου. Ολόκληρη η οικογένεια κατέβηκε με τον κύριο Μιχάλη στις όχθες του Δούναβη. Η τεράστια γέφυρα αποτυπώθηκε στο μυαλό μου σαν σφραγίδα. Στις όχθες του μεγάλου ποταμού, μαζεύτηκε όλη η Βουδαπέστη. Πάνω απο ένα εκατομμύριο κόσμος. Και ενώ περίμενα τα τεράστια πλήθη να ξεφαντώσουν απο χαρά, μια απέραντη ησυχία σκέπασε τη πόλη. Θα μπορούσα να φωνάξω και να ακουστώ παντού, μέσα σε ένα εκατομύρια ψυχές που σιωπούσαν. Ο κύριος Μιχάλης με προτρέπει να κατεβάσω τη φωνή μου. Γιατί κύριε Μιχάλη, τι συμβαίνει, γιατί σιωπά ο κόσμος;

Και ξάφνου, σαν μιά στιγμιαία έκρηξη, αεροπλάνα διασχίζουν τον ουρανό σε πολλαπλούς σχηματισμούς. Στο ποταμό αμφίβια τάνκς και οπλισμένα ποταμόπλοια κάνουν την εμφάνισή τους. Μια ρυθμική μουσική έρχεται απο τη μεριά της Πέστης. Ενα εμβατήριο. Σαν σε χορογραφία, σε απόλυτο συντονισμό κινήσεων, βγαίνουν οι ουγγρικές σημαίες και τα κόκκινα σφυροδρέπανα. Τη στιγμή που τανκς, στρατός και αεροπλάνα κατακλύζουν το Δούναβη, μέσα στην ευφορεία της μουσικής που τραγουδιέται απο χιλιάδες, σε μια υπέρτατη στιγμή κορύφωσης, μέσα απο τα όμορφα κάστρα της πόλης, και κατα μήκος της γέφυρας, σαν κινηματογραφική ταινία, αρχίζουν τα πυροτεχνήματα. Ο κόκκινος στρατός της κομμουνιστικής Ουγγαρίας παρελαύνει. Είναι μια στιγμή απόλυτης νίκης, μια στιγμή μύησης. Φώτα ανάβουν παντού, σε κάστρα, γέφυρες και σπίτια. Το φωτεινό σκηνικό της παράστασης αντανακλάται στα ήρεμα νερά του Δούναβη, φωτίζει όλη τη πόλη, εγείρει το κοιμισμένο πλήθος, δημιουργεί οράματα. Μια ολόκληρη πόλη ντοπάρεται με κόκκινες εικόνες, σφυροδρέπανα και παραισθήσεις.

Σαν η γιορτή κοπάζει, και αδειάζει ο Δούναβης, η σιωπή επανέρχεται. Ετσι απλά, και θλιβερά. Σαν σε νεκροταφείο.

Καθώς η οικογένεια ετοιμάζεται για το ταξίδι της επιστοφής, ο κύριος Μιχάλης μας ζητάει μια χάρη. Να του στείλουμε μερικά βιβλία απο την πατρίδα. Εκεί αφήνει τον καυμό του τα βράδια της απέραντης μοναξιάς του. Βυθίζεται στις στοές της ψυχής του και χάνεται. Αναπολεί τη παιδική του ηλικία, ξαναζεί το πάτημα της χειροβομδίδας, γράφει αυτά που έζησε. Εχει και ένα γράμμα για την ελληνική κυβέρνηση. Να μην ξεχάσει τους Ελληνες της Ουγγαρίας. Να τους αφήσει να επιστρέψουν στην Ελλάδα, στον τόπο τους. Να ξεχαστεί επιτέλους ο φοβερός εμφύλιος, να μπεί στην ιστορία.

Μας ξεπροβοδίζει στοργικά. Οταν εμείς θα χαθούμε στον αυτοκινητόδρομο, μας λέει, εκείνος θα κατευθυνθεί και πάλι προς το παλιό κάστρο. Αφου πρώτα στεγνώσουν τα δάκρυά του.

-----------------------------------------------------------
Αφιερωμένο στον Μιχάλη Συμεωνίδη,
τον πρώτο Ελληνα του εξωτερικού που γνώρισα.
Θύμα της Ιστορίας και του πολέμου των Ελλήνων.

Βουδαπέστη, Αύγουστος 1978

Thursday, January 10, 2008

Ο Φόβος της Ευρώπης


Λυπάμαι τους μουσουλμάνους που ζούν στην Ευρώπη. Αισθάνομαι πως πάνω τους πέφτει βαρύ ενα ιδιότυπο πέπλο πολιτιστικού ρατσισμού, που τους απορρίπτει και τους υποβιβάζει σε επίπεδο υπανθρώπων. Οικονομικοί μετανάστες οι περισότεροι, βρίσκονται στην Ευρώπη για την ανάγκη των χρημάτων. Κουβαλούν όμως μαζί τους έντονα τα δικά τους πολιτιστικά στοιχεία, το σύστημα ηθικής που έχουν μάθει μεγαλώνοντας, το ιδιότυπο ντύσιμο που τους ξεχωρίζει, το στοιχείο του διαφορετικού.

Και μέσα στον πολιτιστικό πόλεμο που ξεκίνησε η Αλ Κάιντα και ο ανόητος αμερικανός πρόεδρος, αισθάνονται πως πρέπει να λάβουν θέση. Πιέζονται, εκβιάζονται απο τις δυναμικές του πολέμου. Δεν θα απαρνηθούν ποτέ τη θρησκεία τους, είναι η πολιτιστική γραμμή που κανένας μουσουλμάνος δεν μπορεί να υπερβεί.

Αλλά ο πόλεμος έφερε και τα απαραίτητα στερεότυπα. Στην Ευρώπη σήμερα το Ισλάμ θεωρείται πολιτισμός της βίας και της υπανάπτυξης. Πολιτισμός της πνευματικής αποβλάκωσης, ενάντια σε ό,τι εκπροσωπεύει ο Ευρωπαικός Διαφωτισμός και τα κεκτημένα ανθρώπινα δικαιώματα. Η μέση ευρωπαική γνώμη, θεωρεί τους μουσουλμάνους απολίτιστους. Και έτσι η Ευρώπη αμύνεται του πολιτισμού της. Φοβάται και επιτίθεται.

Καταθέτω προσωπική μαρτυρία. Την τελευταία χρονιά, ταξίδευσα στην Ολλανδία, Δανία και Ηνωμένο Βασίλειο. Στην τελευταία μου άφιξη στην Ολλανδία, πριν λίγους μήνες, ενα ολλανδικό βίντεο επιμόρφωσης μεταναστών, ξεσήκωνε τις θυελλώδεις αντιδράσεις των μουσουλμανικών ομάδων. Ζητούσε το βίντεο απο το νέους μετανάστες και προσεχείς ολλανδούς πολίτες να δεχτούν την ύπαρξη της ομοφιλοφιλίας. Οι μουσουλμάνοι απέρριψαν το βίντεο και τις διδαχές του.

Ομάδες ολλανδών όμως, ζητούν τώρα επίμονα απο την κυβέρνησή τους να επανεξετάσει την πολιτική της απέναντι στους μετανάστες. Η γίνονται και συμπεριφέρονται οι μουσουλμάνοι σαν Ολλανδοί, ή έξω. Στο κέντρο του Αμστερνταμ πονάει ακόμα η δολοφονία του σκηνοθέτη Βαν Γκόγκ. Ο θάνατός του δημιούργησε ένα κύμα βίας που είχε σαν αποτέλεσμα το πυρπολισμό πολλών μουσουλμανικών σχολείων και τζαμιών. Οι μουσουλμάνοι αντέδρασαν κι’ αυτοί με βία. Η φιλελεύθερη Ολλανδία έχει αλλάξει. Το καζάνι βράζει. Γνώμες φίλων και συνεργατών επιβεβαιώνουν την παρατήρησή μου.


Στο κέντρο της Κοπενχάγης, απέναντι απο το δημαρχείο της πόλης, παρίσταμαι αυτόπτης μάρτυρας μια ομάδας Δανών εθνικιστών που καίει κοράνια για αντιπερισπασμό στο κάψιμο των δανέζικων σημαιών ανα τον κόσμο. Τα μέσα ενημέρωσης απουσιάζουν διακριτικά. Οι φιλήσυχοι Δανοί με εκπλήσσουν. Ο εθνικός τους χαρακτήρας βασίζεται στην ηρεμία, συγκατάβαση και ανεχτικότητα. Ρωτάω φίλους και συνεργάτες. Υπάρχει απέχθεια κατα των μουσουλμάνων, με διαβεβαιώνουν. Η συνύπαρξη είναι φαινομενικά ομαλή, αλλά η δανική γνώμη βλέπει την ύπαρξη των μουσουλμάνων ως απειλή. Δύο ταξιτζήδες που ρώτησα (και οι δύο μετανάστες μουσουλμάνοι), μου είπαν τα ίδια. Κατα τη γνώμη τους, η Δανία είναι μια ρατσιστική χώρα και τίποτα παραπάνω.


Στο κέντρο του Λονδίνου, κατα τη διάρκεια γεύματος σε ινδικό εστιατόριο, μια ομάδα εγγλέζων νέων (βρίθει η Αγγλία απο αλήτες), πετάει μια μεγάλη πέτρα στη τζαμαρία του εστιατορίου. Μέρος της πρόσοψης (ευτυχώς όχι όλη) καταρρέει. Η ομάδα ουρλιάζει χυδαία συνθήματα εναντίων των Pakis που στρογγυλοκάθησαν στη Μεγάλη του κόσμου Βρετανία. Στα μάτια του Ινδού εστιάτορα (που δεν ήταν καν μουσουλμάνος), είδα καθαρά τον τρόμο και το μίσος. Το επονομαζόμενο Londonistan της Ευρώπης είναι περίπτωση πόλης που, στα μάτια μεγάλης ομάδας Αγγλων, παρέχει άσυλο σε ομάδες μουσουλμάνων εξτρεμιστών. Το μίσος κατα των μουσουλμάνων είναι έντονο και σιγοβράζει.


Αυτά τα νέα απο τη λαική βάση, απο τους δρόμους της Ευρώπης. Εκεί πιάνει κανείς το σφιγμό της λαικής θέλησης των απλών ανθρώπων. Οι μουσουλμάνοι της Ευρώπης φοβούνται. Δεν θέλουν να προκαλέσουν, απλά να ζήσουν στη Δύση «διαφορετικά». Γίνεται; Η μέχρι τώρα προσωπική μου εμπειρία λέει πως τα πράγματα δεν πάνε καλά. Γι’ αυτό και τους λυπάμαι. Το μέλλον της συνύπαρξης μοιάζει προς το παρόν ουτοπία. Αν φιλελεύθερες χώρες όπως η Ολλανδία, Δανία και η Αγγλία αποτύχουν στη πολιτιστική αφομοίωση των μουσουλμάνων, τι να κάνουν χώρες με μεγάλη ομοιογένεια και έντονο εθνικό χαρακτήρα όπως η Ελλάδα;

-------------------------------------------------------------------

Μόνον στον φιλελεύθερο Καναδά βλέπω καλές συνθήκες συνύπαρξης. Μεταφέρω απο εκεί μια προσωπική εμπειρία απο το Τορόντο, μια πόλη που έχει γεμίσει Πακιστανούς, και άλλους μουσουλμάνους. Ολόκληρες γειτονιές της πόλης έχουν πάρει χρώμα «Ισλαμαμπάντ». Μπούρκες και φερετζέδες παντού. Δυσφορούν και εκεί οι Καναδοί, Αγγλόφωνοι και Γάλλοι. Αλλά όχι όσο στην Ευρώπη. Πιστεύουν ακόμα πως ο δυτικός τρόπος ζωής θα αφομοιώσει τους καινούργιους. Οπως και παλιά. Ειναι η νοοτροπία του Νέου Κόσμου, που θετικά ατενίζει το μέλλον και ανέχεται οσο πουθενά αλλού στον κόσμο το «διαφορετικό». Χωνευτήρι ο Καναδάς, χωράει τα πάντα στην τεράστια έκτασή του. Εύχομαι καλή συνύπαρξη.

Sunday, January 6, 2008

Colonia Tovar

Ξημερώνει Κυριακή. Απο το παράθυρο του όμορφου διαμερίσματος με τα κάγκελα στις πόρτες και τα παράθυρα, αντικρύζω την πόλη του Caracas. Μια μεγαλούπολη περιστοιχιζόμενη απο βουνά και ομίχλη. Μια πόλη γεμάτη αντιθέσεις και παράξενα. Με πλούσιες γειτονιές, και εξαθλιωμένα barrios. Μια πόλη που στην ανάμνησή μου φέρνει ευχάριστες αλλά και και τραγικές αναμνήσεις.


Μαζί μου οι φίλοι μου Pedro και Orietta. Βέροι Βενεζολάνοι, Caraqueños. Αποτελούν για τη Βενεζουέλα την μεσαία τάξη. Το διαμέρισμά τους όμορφο και καθαρό. Κατοικούν σε κεντρική περιοχή της πόλης, στην Candelaria , ιστορικό κέντρο με παλιά ιστορικά σπίτια, εκκλησίες και μοντέρνα κτίρια. Εργάζονται σε γνωστές εταιρείες της χώρας. Η ευγένια και φιλοξενία τους απαράμιλλη. Η ζωή τους γεμάτη γέλια, μουσική και ξεφάντωμα.

Ξεκινήσαμε πρωί απο το Caracas. Οι αυτοκινητόδρομοι της Βενεζουέλας είναι μεγάλοι και καλοί. Φτηνή και η βενζίνα τους. Η κυκλοφορία στον αυτοκινητόδρομο ελαττωμένη όπως κάθε σαββατοκύριακο. Καθώς βγαίνουμε απο το συνωστισμό του κέντρου και ανεβαίνουμε προς τα βουνά, η πόλη διαγράφεται πανοραμικά στα πόδια μας.




Προορισμός μας μια οροσειρά έξω απο την πόλη, σε μια απόσταση 70 περίπου χιλιομέτρων. Η γνωστή σε όλους στο Caracas, Colonia Tovar. Πρόκειται για μια γερμανική πόλη που χτίστηκε το 1843 απο γερμανούς μετανάστες, που μέσα στην λατινική κουλτούρα της Βενεζουέλας, κράτησαν τα γερμανικά τους ηθη και έθιμα για γενιές.

Το χωριό βρίσκεται σε ύψόμετρο περίπου δύο χιλιάδων μέτρων. Καθώς ταξιδεύουμε ανηφορικά, η απίθανη πολυκοσμία του Καράκας αραιώνει αισθητά. Το κλίμα γίνεται δροσερό και ομιχλώδες. Πράσινο παντού, σταματάμε για νερό σε τοπικές βρύσες πανω στο δρόμο. Καθώς οδηγούμε, οι φίλοι μου μου αφηγούνται την ιστορία του χωριού.


Για γενιές, το χωριό ήταν εντελως απομονωμένο απο το υπόλοιπο κόσμο. Πίσω απο τη βαυαρέζικια αρχιτεκτονική του χωριού, οι κάτοικοι παρέμειναν κλειστοί στους αυστηρούς γερμανικούς τους κώδικες. Ο ρατσισμός τους απέναντι στους κατοίκους της Βενεζουέλας εμφανής. Για γενιές, η Colonia Tovar διατήρησε μια παράφθαρση της γερμανικής γλώσσας σαν ομιλία της, και το ξανθό χρώμα της φυλής των Γερμανών.

Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ενας μεγάλος αριθμός ναζί μετανάστευσε εκεί απο τη Γερμανία. Οι νιόφερτοι έφεραν μαζί τους έναν απίθανο πλούτο σε χρήμα, έργα τέχνης και χρυσό. Η διοίκηση της πόλης τους προστάτευσε. Ιδιωτικοί σεκουριτάδες φρουρούσαν σπίτια και ανθρώπους. Κανείς δεν τους αναζήτησε ποτέ.


Με την πάροδο του χρόνου, το γερμανικό αίμα άρχισε να λιγοστεύει. Οι γυναίκες δεν έβρισκαν πια γερμανούς να διαιωνίσουν το είδος τους. Αρχισαν τότε τις ενδοοικογενειακές επιμιξίες. Το θέμα έγινε γνωστό σε όλη τη Βενεζουέλα. Αρρωστα παιδιά άρχισαν να γεννιούνται στο βαυαρικό χωριό. Η κυβέρνηση της Βενεζουέλας απείλησε με φυλακίσεις, πρόστιμα και συλλήψεις.

Η λύση ήρθε με το χρόνο. Ο γερμανικός ρατσισμός υποχώρησε τελικά μετά απο πολλές γενιές και ελλείψει γερμανών μεταναστών. Η Colonia Tovar άνοιξε στον έξω κόσμο. Σήμερα, μετά από πολλά χρόνια και επεισόδια με την κυβέρνηση, το χωριό μας υποδέχεται σαν απλούς τουρίστες για κυριακάτικο καφέ στα όμορφα καφενεδάκια του, και μια ήσυχη και φωτογραφική βόλτα στα στενά γερμανικά σοκάκια.


--------------------------------------------------
All pictures by locuspublicus, free for public use
--------------------------------------------------

Tuesday, January 1, 2008

Ο Ακκορντεονίστας


Ασπρο το σπίτι χαμηλό, με κεραμιδένια σκεπή, μέσα σε περιβόλι απο λεμονιές, πορτοκαλιές και λουλούδια. Αυλόπορτα στην είσοδο, το χαλασμένο κουδούνι, οι αγριεμένες τριανταφυλλιές. Μυρίζει το χώμα την τελευταία βροχή, το νερό κυλάει ρυθμικά στα λούκια. Ανοιχτά τα καφετί εξώφυλλα, έτοιμα να υποδεχτούν τον ήλιο που μένει επίμμονα κρυμμένος. Κάνει ψύχρα. Χειμώνας του 1976.

Πιστός στο μάθημά μου. Το μάθημα μουσικής. Στην ώρα μου να συναντήσω τον κύριο Θόδωρο, το σεβάσμιο δασκαλό μου. Εχω περπατήσει απο το σπίτι με τα μουσικά βιβλία στη μασχάλη μου. Εχω περάσει το γήπεδο, την ανηφόρα της λαχαναγοράς, το φούρνο. Δεξιά το γωνιακό περίπτερο με τη στραβή σκεπή και τη γυναίκα με τα μαύρα ρούχα που είναι πάντα μέσα. Εχει μια θλίψη στο πρόσωπό της αυτή η κυρία που με ενοχλεί, λέω να αλλάξω δρόμο στο μέλλον, να περνάω απ’ το γαλατάδικο του κυρ Μανώλη, το ραφείο της κυρίας Δέσποινας, το συνεργείο αυτοκινήτων.
Η γειτονιά μου.

Κάποιος σκύλος μπερδεύεται στα πόδια μου. Φοβάμαι τα αδέσποτα σκυλιά. Μοιάζουν αγριεμένα. Εχουν λένε και αρρώστιες. Καλή του ώρα. Τρέχω. Το πεζοδρόμιο στενό, ανισόπεδο, αλλού πλάκες αλλού τσιμέντο. Και λακούβες γεμάτες με νερό. Τι σόι πεζοδρόμιο είναι αυτό; Μόνον για πεζούς δεν είναι.

Παιρνώντας απο το κομμωτήριο της κυρίας Κατερίνας θα χαμηλώσω βήμα. Θα περάσω απο μπροστά αδιάφορος και με αργά βήματα. Θα κοιτάξω μέσα. Πάντα κοιτάω μέσα. Δουλεύει εκεί η Τίνα, θεέ μου γυναικάρα, αναστατώνομαι. Αφησε το σχολείο και τόριξε στη κομμωτική. Είναι πολύ όμορφη. Μαύρα κοντά μαλλιά, στήθια που τα παίρνω στον ύπνο μου, και χαμόγελο γεμάτο πονηράδα και νόημα. Τουλάχιστον αυτό εγώ νομίζω. Μου κολλάει. Θέλω λέει κούρεμα, να περάσω καμμιά φορά. Εγώ θέλω να τη δώ γυμνή. Αυτό θέλω. Περίεργη σκέψη κι αυτή, πως μου κόλλησε τέτοιο πράμα στο μυαλο;

Και το πατσατζίδικο του Κανάφη. Γράφει λένε και ποιήματα. Τούχουνε και παρατσούκλι. «Τι Κανάφης τι Καβάφης». Ακου ταβερνιάρης και να γράφει και ποιήματα. Πότε δηλαδή τα κάνει όλα αυτά; Οταν ξύνει τις πατσές του; Μούρχεται να γελάσω. Περίεργο μαγαζί κι’ αυτό. Ανοίγει τα βράδια. Γύρω γύρω στο τοίχο καλαμωτές, και κρασοβάρελα. Μυρίζει κρασί και φαγητά της ώρας. Μ’ αρέσει αυτή η μυρωδιά. Εχει και απίθανες πατάτες. Τα σάββατα έρχονται κάτι τύποι, φίλοι του Κανάφη, πιάνουν τη γωνία και αρχίζουν το κρασί και τους μεζέδες. Μετά αρχίζουν το τραγούδι. Ο ενας παίζει κιθάρα, ο άλλος μπουζούκι. Τραγουδάνε τραγούδια λαικά. Παίζουν ένα τραγούδι, μετα κρασί, μετα ξανα τραγούδι, νέο κρασί. Μ’ αρέσει ο ήχος τους. Ταβερνίσος. Οταν πέφτω απάνω τους, τους χαζεύω. Την άλλη φορα με κέρασαν πορτοκαλάδα. Μούδειξαν κι ένα μικρό όργανο που τσιρίζει, αλλά ακούγεται καλά. Μπαγλαμά τον λένε. Η μητέρα λέει πως ο ένας έκανε φυλακή, να τον αποφεύγω. Εχει λένε και τατουάζ.

Κύριε Θόδωρε καλησπέρα. Βεβαίως και είμαι έτοιμος. Αλλά αυτη η κλίμακα η τελευταία με δυσκολεύει. Τα δάχτυλά μου κολλάνε στις διέσεις. Κάνω όμως πρακτική όσο μπορώ. Σιγά σιγά θα συνηθίσω.

Στοργικός και εύθυμος ο κύριος Θόδωρος μέ βάζει να καθήσω δίπλα του. Μου είπε και μια ιστορία που μούμεινε. Στα κέντρα της Αθήνας λέει, όταν η ώρα περνάει, οι μουσικοί κουράζονται και κανουν κι’ αυτοί λάθη. Αλλά ο πιο πολύς κόσμος δεν τα πιάνει. Αμα όμως είσαι μουσικός τους πέρνεις πρέφα. Δύσκολη η δουλειά της νύχτας.

Γεμάτο το δωμάτιο με μουσικά όργανα. Πιάνο, κιθάρες, μπουζούκια, βιβλία και αναλόγια. Ενα παλιό γραφείο με τηλέφωνο και σκόρπια χαρτιά, ένας βελούδινος καναπές για τους επισκέπτες. Καθομαι στο σκληρό πάγκο των μαθητών. Ανοίγω το μουσικό βιβλίο μου στο αναλόγιο. Σελίδα δεκαπέντε. «Ω Ωραία μου Σκωτία», βλακοτράγουδο. Και δύσκολο. Φοράω το μαύρο ακκορντεόν. Κύριε Θόδωρε είμαι έτοιμος.

Συνήθως παίζω το κομμάτι μου δυό και τρείς φορές. Με διορθώσεις. Στο τέλος ο κύριος Θόδωρος μου κάνει μάθημα θεωρίας, και μου δίνει καινούργιο κομμάτι. Δυσκολεύομαι. Αλλά παίζω κάμποσα ωραία τραγούδια, και τώρα τελευταία τα δάχτυλά μου τρέχουν πιο άνετα, μάλλον θα καλλιτερεύω. Το νέο μου ακκορντεόν ήρθε στο σπίτι απο την Αθήνα. Είναι ιταλικό, με μαύρες και επίχρυσες διακοσμήσεις. Ομορφο όργανο. Μου έπεσε στην αρχή λίγο βαρύ, είμαι ακόμα και μικρός, παλεύω με τα λουριά και τη φισούνα πού κάνει κάτι περίεργους ήχους σαν να σπάνε κλαδιά. Ο κύριος Θόδωρος λέει πως θέλει ακόμα στρώσιμο. Με το καιρό θα συνηθίσω.

Και συνήθισα. Είπα και στην Τίνα πως της έγραψα τραγούδι. Φαίνεται πως η ατάκα θάτανε καλή, εντυπωσιάστηκε. Εβαλες και λόγια; με ρωτάει. Αυτό κάνω τώρα, της λέω. Δουλεύω με τους στίχους, θέλω να το κάνω τέλειο. Το βράδι που θα περάσω απο του Κανάφη, θα τον ρωτήσω αν έχει τίποτα στίχους ετοιματζίδικους για ενα τραγούδι της αγάπης. Το θέμα επείγει. Αν είναι να ρίξω την Τίνα, πρέπει να της κάνω συναυλία. Αρέσουν αυτά στις γυναίκες. Σερενάτα με ακκορντεόν. Και εκείνη θα με κοιτάξει με πάθος, θα γύρει το κεφάλι της παθιάρικα, και θα με προκαλέσει. Και εγώ θα της δώσω ενα τρυφερό φιλί. Παναγία μου σχέδιο. Τρελλαίνομαι!

Καθώς παλεύω με τις νότες, τη θεωρία του κυρίου Θόδωρου και τις άτιμες διέσεις, το μυαλό μου απορροφείται απο τη μουσική. Τη μουσική που φτιάχνω ο ίδιος. Οι πρώτες μου αυτόχθονες μουσικές σκέψεις, γεννήθηκαν χειμώνα με βροχή, ανάμεσα στα γερμανικά μουσικά βιβλία του κυρίου Θοδωρα, την παρέα που έπαιζε μουσική στο πατσατζίδικο του Κανάφη, και το φλογερό κορμί της Τίνας.

Για αυτό το πρώτο της φιλί, και μόνο, έγινα ένας καλός και συνεπής ακκορντεονίστας. Μουσικός με πάθος. Για να τραγουδήσω το παιδικό μου καυμό στη ναζιάρα κομμώτρια της γειτονιάς μου. Να ξεβράσω απο μέσα μου τον ερωτισμό που η εφηβεία ξυπνούσε στο κορμί μου, το υπέροχο άισθημα της αγάπης που εκατομύρια ποιητές έχουν υμνήσει. Το απίθανο ιταλικό μου οργανάκι, επάξιος και παντοτινός μου φίλος, δε με πρόδωσε ποτέ.


Astor Piazzolla & Yo Yo Ma

-----------------------------------------------------------

Oι όμορφες ζωγραφιές του πόστ είναι χριστουγεννιάτικο δώρο του ευγενικού blogger dion.m .

Διάλεξα και μία για το προσωπικό μου αβατάρι.

Τον ευχαριστώ πολύ.

LocusPublicus

Sunday, December 16, 2007

Το δώρο της σιωπής


Aκουγόταν ενας ήχος ρυθμικός. Κάτι χτυπούσε την πόρτα στο κάτω διαμέρισμα. Σταματούσε για λίγο, μετα ξανασυνέχιζε. Χτύπος αγωνίας. Κατεβαίνω την εσωτερική σκάλα του σπιτιού και κατευθύνομαι προς το διαμέρισμα της Εmily. Ο χτύπος έρχεται απο εκεί. Στο εσωτερικό του μικρού διαμερίσματος, καθώς ανοίγω την πόρτα, βρίσκω την Εmily στο πάτωμα. Χτυπούσε τη πόρτα με το μπαστούνι της. Με είχε ανάγκη.

Η Εmily είναι 103 ετών. Γεννήθηκε στη Ρωσία κάπου το 1890. Ούτε κι’ αυτή είναι σίγουρη. Τα πιστοποιητικά γεννήσεως έχουν χαθεί προ πολλού κάπου στην αχανή χώρα. Εκεί η Εmily πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της. Μετά ήρθε στην Αμερική με τον άντρα της. Οι λόγοι άγνωστοι. Η ζωή της ένα μυστήριο. Δεν έκανε ποτέ παιδιά. Δεν αναφέρθηκε ποτέ σε συγγενείς. Κάποτε ο άντρας της πέθανε και η Εmily έμεινε μια μοναχική χήρα σε μια ξένη χώρα, με το ελάχιστο εισόδημα της πολιτείας. Χωρίς συγγενείς, χωρίς φίλους. Τα αγγλικά της λίγα και σπαστά.

Το διαμέρισμά της σκοτεινό, είχε πάντα μια μυρωδιά απο κερί. Καθόταν στο παράθυρο και κοιτούσε το απέναντι σχολείο. Ετσι μου είπε. Της άρεσε να βλέπει τα παιδιά να τρέχουν χαρούμενα στο προαύλιο, να κατεβαίνουν φωνάζοντας απο το σχολικό. Και σαν τέλειωνε η σχολική μέρα, την έπιανε μια αφόρητη κατάθλιψη. Εσβηναν οι παιδικές φωνές, και η Εmily βυθιζόταν σε μια απέραντη μοναξιά. Μέχρι να ξανάρθουν τα παιδιά την άλλη μέρα, να ξαναρχίσουν οι φωνές.

Την βοηθώ να σηκωθεί. Να καθήσει στην καρέκλα. Της δίνω λίγο νερό. Εκείνη με κοιτάει με ένα γλυκό χαμόγελο, μια άγια ηρεμία. Το ξέρω πως με συμπαθεί. Είμαι ένας καλός γείτονας. Ενδιαφέρθηκα για τη ζωή της, τη ρώτησα πράγματα. Ημουνα ίσως ό μόνος. Και εκείνη μου πρόσφερε τσάι και βουτήγματα. Και μου μίλησε για τη μεγάλη χώρα, τη Ρωσία, για τη μεγάλη επανάσταση που βίωσε απο κοντά στα χρόνια της εφηβίας της. Για τις καταστροφές, τη φτώχια, το κρύο της Ρωσίας. Για τα άλογα που την βάζαν να φυλάει. Για τους Μπολσεβίκους, το πυκνό χιόνι, τους μπουρζουάδες της Μόσχας, τα πέτρινα ψηλοτάβανα αρχοντικά, τις κυρίες με τα καπελίνα.

Μου σφίγγει το χέρι. Θέλει κάτι να μου δώσει. Τώρα, μου λέει. Τώρα είναι η ώρα. Ανοίγει το συρτάρι του μικρού της γραφείου. Βγάζει απο μέσα ενα βιβλίο τυλιγμένο σε μαντήλι. Μου το προσφέρει κοιτάζοντάς με στα μάτια. Το χέρι της σφιγμένο στο δικό της. Μια στιγμή χωρίς λόγια. Στιγμή σιωπής.

Είναι ενα πολύτιμο βιβλίο. Βιβλίο του 1917. Το λογοτεχνικό πόνημα του άντρα της, που κάποτε ήθελε να γίνει συγγραφέας. Ενα βιβλίο που το εξέδωσαν στη Ρωσία οι Μπολσεβίκοι, ένα βιβλίο που πέρα απο μια μικρή ομάδα, κανείς δεν το διάβασε ποτέ. Ενα βιβλίο που η Εmily αγαπούσε. Το μόνο της βιβλίο. Φυλαγμένο για χρόνια στο συρτάρι, περιμένοντας τον άνθρωπο που θα το παραλάβει για μερικές ακόμα δεκαετίες, αυτόν που θα σεβαστεί την αξία του και το συμβολισμό του. Δεν είναι ένα τυχαίο βιβλίο. Εχει πάνω του χαραγμένη μια αξία. Στη δεύτερη σελίδα, κάτω απο τον τίτλο και το όνομα του συγγραφέα, υπάρχει μια αφιέρωση στην Εμιλυ. Και μια υπογραφή: Λέον Τρότσκι.

Συνάντησες Εμιλυ τον μεγάλο επαναστάτη; Μα βέβαια, ο άντρας της ήταν φίλος του. Τον θυμάσαι; Ναι, ήταν νέος τότε, σκέτη φωτιά, επαναστάτης. Μαζί του πολλοί άνθρωποι. Τραπέζια, χαρτιά, άλογα. Τι ακριβώς θυμάσαι; Κρατούσε στα χέρια του το βιβλίο του άντρα της, και έγραφε την αφιέρωση. Μετα την κοίταξε στα μάτια, της χαμογέλασε, την αγκάλιασε στοργικά και της είπε πως τα ποιήματα του άντρα της πάνε βαθιά στη ρωσική ψυχή, πως τον συντροφεύουν τις ώρες της περισυλλογής του. Και εσύ τι του είπες Εμιλυ; Δεν θυμάται, τάχε χαμένα. Μάλλον θα είχε κοκκινίσει. Θυμάται όμως πως μάζεψε τα φαγητά απο το τραπέζι, το πιάτο του. Πως τον κοιτούσε με δέος, με θαυμασμό, με αγάπη. Γιατί θα ελευθέρωνε τη Ρωσία..

Επιστρέφω σπίτι απο ενα διήμερο στην εξοχή. Τακτοποιώ τα πράγματα στο σπίτι, τα δώρα, τη φωτογραφική μηχανή. Κοιτάω τα γράμματα στο γραμματοκιβώτιο. Ενα σημείωμα απο την αστυνομία. “Η Εmily B. έχει μεταφερθεί επειγόντως στο νοσοκομείο, το βράδυ της Παρασκευής. Επικοινωνήστε με τον αριθμό ….”

Μοναχικιά και μόνη, η Εmily πέθανε το βράδυ της Παρασκευής ενώ εγώ άνοιγα κόκκινα γαλλικά κρασιά στις βουνοκορφές του Vermont. Καθώς έβγαινα απο το νοσοκομείο οπου πήγα να τη δώ, το μυαλό μου ξαφνικά άστραψε. Ενοιωσα μέσα μου να με διαπερνά μια σκέψη.

Η Εmily ήξερε πως θα πέθαινε. Το διαισθανόταν. Ηξερε επίσης πως θα έφευγα για το σαββατοκύριακο. Γι’ αυτό χτυπούσε με το μπαστουνάκι της την πόρτα. Να με δεί, να με προλάβει. Για να μου δώσει το βιβλίο. Το μοναδικό κειμήλιο της μακράς και θλιβερής ζωής της. Διάλεξε εμένα να της το φυλάξω. Εμένα εμπιστεύτηκε να δώσει το μόνο αντικείμενο που για κείνη είχε αξία. Εμένα εμπιστεύτηκε η Εmily για να το προστατεύσω.

Θεέ μου τι τιμή! Τι υπέροχο και πολύτιμο δώρο τώρα που πλησιάζουν οι μέρες των Χριστουγέννων! Τι χαρά να έρθουν σε μένα τα ποιήματα του νεαρού ποιητή, το κιτρινισμένο κειμήλιο. Απο την εποχή της μεγάλης επανάστασης.

Δεν ξέρω ρωσικά να το διαβάσω. Σίγουρα όμως δεν θα το πουλήσω. Αυτό μάλλον θα ήθελε και η Εμιλυ. Θα το κρατησω τυλιγμένο στο μαντήλι, θα το προστατεύσω. Μέχρι και εγώ να γεράσω. Και τότε, θα βρώ και εγώ κάποιον έμπιστο, και αφου του σφίξω το χέρι, γέρος πιά, θα του το παραδώσω. ..

Από μια γλυκιά ανάμνηση

Χριστούγεννα 1993

Wednesday, December 12, 2007

Xρήστος Γιανναράς

Ενδιαφέρομαι για τη γνώμη σας για τον κύριο Χρήστο Γιανναρά.

Νομίζω πως τον γνωρίζετε. Είναι καθηγητής της Παντείου σχολής, αρθρογραφεί στην κυριακάτική Καθημερινή στη στήλη "Επιφυλλίδες", έχει σπουδάσει Θεολογία και Φιλοσοφία στη Γερμανία και Γαλλία, και εχει συγγράψει σωρεία φιλοσοφικών και άλλων βιβλίων.

Τον γνώρισα κάποτε απο κοντά στην Αμερική στα πλαίσια μιας επίσκεψής του εδώ, και μιας ανοιχτής συζήτησης προς ένα μικτό γενικά κοινό (φοιτητικό και μή). Μαζί του ήταν και ο κ. Παπαχελάς, διευθυντής νομίζω της Καθημερινής σήμερα, και μερικοί άλλοι. Η συζήτηση ήταν γενικής θεματολογίας. Το πάνελ δεχόταν ερωτήσεις απο το κοινό, και απαντούσε.

Στο τέλος της συζήτησης, μαζί με μια ομάδα φίλων, είχαμε μια σύντομη συζήτηση με τον κύριο Γιανναρά. Ηταν πολύ ευγενικός και πρόσχαρος. Ηθελα να μάθω γιατί στην αθρογραφία του καταφέρεται συνεχώς κατα της Δύσης, υπερασπίστηκα τον Αδαμάντιο Κοραή που ο κύριος Γιανναράς κατηγορεί για την εισαγωγή της Καθαρεύσας στην Ελλάδα, τον ρώτησα τι εννοεί με τον όρο “αναβίωση της Βυζαντινής αισθητικής” σαν μόνη ελληνική πολιτιστική αντιπρόταση, γιατί γράφει τόσο δύσκολα ελληνικά στα φιλοσοφικά του βιβλία. Οι απαντήσεις του ήταν άψογα δομημένες, σε υπέροχα ελληνικά, με ιστορικές και φιλοσοφικές αναφορές. Και ευγενικές.

Η συνάντηση έγινε σε εναν ιδιαίτερο χώρο, την Ελληνική Θεολογική Σχολή Βοστώνης, ένα μέρος άγνωστο στους περισότερους Ελληνες – (δεν έχω δεί ποτέ ούτε ένα άρθρο για αυτό, ένα μέρος που, θα ήθελα να παρουσιάσω σε κάποιο προσεχές πόστ). Ανέφερε ο κύριος Γιανναράς (στο ελληνοαμερικανικό κοινό), οτι στην Αμερική υπάρχει η εκκλησιαστική, παιδαγωγική και οικονομική υποδομή για ανάπτυξη ελληνικής ορθόδοξης παιδείας. Θεώρησα πως μάλλον κάνει λάθος. Τίποτα τέτοιο δεν υπάρχει. Η εικόνα εξαπατά. Μιλούσα με βιωματική πείρα. Εκείνος με τις εντυπώσεις του ορθόδοξου που ψάχνει κοιτίδες ανάπτυξης στο εξωτερικό. Προφανώς η ελληνική εκκλησία της Αμερικής έκανε καλή εντύπωση στον συμπαθή καθηγητή. Είχα τις αντιρρήσεις μου.

Μέσα απο την αθρογραφία του, ο κύριος Γιανναράς απλώνει μια δύσκολη και πολύπτυχη θεματολογία. Κριτικές για την πολιτιστική παρακμή της Ελλάδας. Για τον αμοραλισμό των τελευταίων 25 χρόνων. Για την έλλειψη πολιτικού λόγου στην ελλάδα. Για τις πολλαπλές πολιτικές και εθνικές ταπεινώσεις των τελευταίων χρόνων. Για την έλλειψη έργου της Ελληνικής Εκκλησίας. Για τον ηδονική αποχαύνωση της νεοελληνικής κοινωνίας. Γραμμένα σε όμορφα ελληνικά, ελληνικά της αρχοντιάς.

Εχω στην κατοχή μου μερικά βιβλία του. Μερικά είναι συλλογές επιφυλλίδων, αρθρων που κατα καιρούς έγραψε στις εφημερίδες. Το “Ρητό και Αρρητο”, ενα δύσκολο φιλοσοφικό βιβλίο, που μάλλον προυποθέτει φιλοσοφική παιδεία. Δεν το τελείωσα ποτέ. Το “Καταφύγιο Ιδεών”, ενα υπέροχο αυτοβιογραφικό βιβλίο, που με συγκόνισε. Μου αποκάλυψε το σχέδιο “Προτεσταντοποίησης” της ελληνικής κοινωνίας, κάτι που δεν είχα υποψιαστεί ποτέ. Βιβλίο όμορφο, βιβλίο προσωπικής εμπειρίας του καθηγητή, κατάθεση ψυχής.

Ανήκει λένε στο κίνημα των νεοορθοδόξων. Ενα κίνημα που αναμιγνύει τη θρησκεία και την πολιτική. Που περιέχει υπέρογκο εθνικισμό και βυζαντική νοσταλγία. Πολέμιος της Δύσης για την δημιουργία του ελληνικού κράτους πάνω σε δυτικές δομές.

Δεν συμφωνώ μαζί του σε πολλά. Αλλά με έλκει ο λόγος του. Οι "Επιφυλλίδες" είναι το πρώτο άρθρο που διαβάζω στην Κυριακάτική Καθημερινή. Πολέμιο, αισθησιακό κείμενο, με σαφή θέση στη διαγνωστική των προβλημάτων, αλλά όχι πάντα με σαφή αντιπρόταση.

Ενδιαφέρομαι για τη γνώμη σας.

--------------------------------------
Χρήστος Γιανναράς - Wikipedia
--------------------------------------

Sunday, December 2, 2007

Συντρίψτε τους τρομοκράτες


Oκτακόσια με εννιακόσια άτομα είναι η ομάδα των τραμπούκων που διαλύει την Αθήνα, δήλωσε ο πρών υπουργός δημόσιας τάξης κ. Πολύδωρας. Και είναι γνωστοί στην αστυνομία. Είναι η ίδια ομάδα που καταστρέφει γήπεδα, μαγαζιά, πανεπιστήμια. Το υπουργείο δημόσιας τάξης τους γνωρίζει. Αυτά απο στόματος υπουργού, που όσα κι’ αν λέγονται περι της ευφυίας του, μόνον βλάκας δεν είναι. Δεν μπορεί να είναι βλάκας. Είναι υπουργός. Γραφικός ίσως, αλλά όχι βλάκας.

Αποτυχημένος υπουργός. Διότι ενώ ξέρει τους τρομοκράτες που διαλύουν την Ελλάδα, δεν τους έχει ακόμα συλλάβει. Δεν έχει κάν κάνει την παραμικρή προσπάθεια να τους εκθειάσει. Να μας πεί γιατί δεν έχει ακόμα φτιάξει ικανή δικογραφία που να οδηγεί στη σύλληψη και τιμωρία τους. Γιατί δεν υπάρχει ιστοσελίδα συλλογής πληροφοριών στην Ελλάδα, που να αναφέρεται σε εγκλήματα, βομβισμούς, και άλλα ποινικά αδικήματα του παρελθόντος. Οπως το FBI.

Θυμάστε τον κ. Γιαννόπουλο, υπερήφανο αντάρτη του ΕΛΑΣ; Πρώτος στα πανηγύρια και στους χορούς, πρώτος στο χαβαλέ, στα ανέκδοτα, στις εξυπνακίστικες ατάκες. Οχι, ούτε αυτός ήταν βλάκας. Γραφικός ναι, αλλά όχι βλάκας. Ηταν υπουργός. Οι υπουργοί δεν είναι βλάκες. Αποτυχημένος υπουργός. Προκάτοχος του κυρίου Χρυσοχοίδη. Οπως όλη η κυβέρνηση των σοσιαλιστών. Διορισμένος απο το ΠΑΣΟΚ για να κάνει χαβαλέ.

Ο μόνος άνθρωπος που έκανε κάτι για τη δημόσια ασφάλεια αυτής της χώρας, ήταν ο κύριος Μιχάλης Χρυσοχοίδης. Ανήκει σε ενα λαικιστικό κόμμα, που προσωπικά αντιπαθώ, αλλά είδα στο προσωπό του αγωνία, σοβαρότητα, προσπάθεια. Να συλληφθούν οι τρομοκράτες της 17Ν. Να μην διασυρθεί η χώρα διεθνώς, εν μέσω Ολυμπιακών Αγώνων. Και εγώ ο μετανάστης, ο ελληνας της διασποράς, το αμερικανάκι, να εύχομαι το ίδιο. Γιατί έστελνα αμερικανούς φίλους στην Ελλάδα, της οποίας την εικόνα είχα εσκεμμένα ανεβάσει,και ήθελα να περάσουν καλά, να δουν την ελληνική φιλοξενία, το φωτεινό ελληνικό τοπίο, τη γαλάζια θάλασσα.

Θυμάμαι μια συνέντευξη του κ. Χρυσοχοίδη. Οταν ανέλαβε υπουργός ζήτησε απο τους μανατζερς του υπουργείου του να του δώσουν το οργανόγραμμα της υπηρεσίας. Του είπαν πως τέτοιο πράγμα δεν υπήρχε. Ρώτησε ποιό είναι το αντικείμενο εργασίας των ανθρώπων που στελεχώνουν την υπηρεσία που είναι υπεύθυνη για την ασφάλεια του έλληνα πολίτη. Του είπαν πως τέτοια καταγραφή δεν έχει ακόμα γίνει. Ζήτησε να μάθει ποιό είναι το παρών σύστημα συλλογής, καταγραφής και επεξεργασίας πληροφοριών. Του είπαν πως το παρών σύστημα θυμίζει μπακάλικο, δεν έχει ακόμα αυτοματοποιηθεί. Ρώτησε με ποιά μεθοδολογία η αστυνομία προσεγγίζει ενα έγκλημα, μια τρομοκρατική ενέργεια. Δεν υπήρχε μεθοδολογία. Απλά υπήρχαν αστυνόμοι-δημόσιοι υπάλληλοι. Ρώτησε αν υπάρχουν ειδικά εκπαιδευμένα γκρούπ για περιπτώσεις καταλήψεων, ομηρίας, τρομοκρατικών ενεργειών. Και βέβαια δεν υπήρχαν. Κώδικας συμπεριφοράς και δεοντολογίας; Σίγουρα θα αστιεύεστε.

Ρώτησε να μάθει ποιά είναι η παρούσα συνεγρασία με τις ξένες υπηρεσίες πληροφοριών της Ευρώπης και της Αμερικής. Καμμία, του απάντησαν. Τα τελευταία 26 χρόνια, κανένας έλληνας υπουργός δημόσιας τάξης δεν έχει ζητήσει τη συνεργασία αλλων υπηρεσιών. Κανείς δεν έφτιαξε ενα σχέδιο για το τί συστήματα πληροφορικής και εκπαίδευσης χρειάζεται η υπηρεσία. Δεν υπάρχουν πουθενά καταγραμμένοι στόχοι υπηρεσίας. Πουθενά σύστημα συλλογής επεξεργασίας και ανάλυσης δακτυλικών αποτυπωμάτων, πουθενά συσχετισμός και σύγκριση δεδομένων απο πολλαπλές βάσεις πληροφοριών. Και φυσικά η ανάρτηση ιστοσελίδων για συλλογή πληροφοριών απο το κόσμο, είναι αδιανόητη, καθότι κάτι τέτοιο στην Ελλάδα θεωρείται ρουφιανιά. Και με τί ασχολουνται όλοι αυτοί; ρώτησε ο υπουργός. Με τίποτα, ήρθε η σιωπηλή απάντηση.

Ο κύριος Χρυσοχοίδης έβαλε ενα σοβαρό πρόγραμμα σε εφαρμογή. Συστήματα πληροφοριών, οργανόγραμμα, σχέδια εκπαίδευσης, συνεργασία με τους ξένους. Ταξίδευσε μάλιστα και στη Γαλλία, οπου τον πληροφόρησαν πως δεν είχαν συναντήσει ποτέ έλληνα υπουργό δημόσιας τάξης. Δούλεψε σκληρά, και συνετά. Στη συνείδηση του ελληνικού λαού, απέκτησε σεβασμό. Ο χαβαλές τελείωσε.

Οταν δολοφονήθηκε ο Σαντερς στην Ελλάδα, η Αγγλία θύμωσε. Θύμωσε πολύ. Η Αγγλία ξέρετε είναι πολύ σοβαρή χώρα. Οργανωμένη. Και καθώς οι σοσιαλιστικοί χαβαλέδες βρέθηκαν σε ισχυρή πίεση λόγω Ολυμπιακών Αγώνων, άφησαν τους Εγγλέζους να μπούν στην Ελλάδα και να αλωνήσουν. Οι Αγγλοι έκαναν μερικές απλές σκέψεις που ο κύριος Γιαννόπουλος και οι προκάτοχοί του απέφευγαν να κάνουν. Πως στη μικρή κοινωνία της Ελλάδας, άν κατεβείς μια βόλτα στο καφενείο, τα μαθαίνεις όλα. Και αυτό έκαναν. Μάζεψαν παλιούς αντιεξουσιαστές, συνταξιούχους, και τους ρώτησαν τί ομάδες πέρασαν απο τα στέκια τους. Και εκείνοι τους είπαν τα πάντα. Να και τα ονόματα, νά και τα φυλλάδια που μοιράζονταν πριν είκοσι χρόνια.

Απαίτησαν οι Εγγλέζοι να συλλέξουν οι ίδιοι τα αποτυπώματα απο το χώρο εγκλήματος του Σαντερς. Απαίτησαν να αναρτηθεί φωτογραφία του Ξηρού στο ιντερνετ. Η ελληνική αστυνομία αντιστάθηκε. Η ρουφιανιά, ξέρετε...δεν γίνεται.. Οι Εγγλέζοι τους αγνόησαν. Προσβλητικά. Οργάνωσαν μέσω της κυρίας Σαντερς εκστρατεία υπέρ των θυμάτων, κάτι που δεν είχε γινει ποτέ μέχρι τοτε στην Ελλάδα. Οι σοσιαλιστικοί χαβαλέδες της ελληνικής κυβέρνησης ενέδωσαν λόγω διεθνούς πίεσης. Οταν άκουσαν οτι η Αμερική θα εγείρει πολιτικό θέμα για τους 80 ανεξιχνίαστους βομβισμούς αμερικανικών υπηρεσιών και εταιρειών στην Ελλάδα που έγιναν τα τελευταία 3 χρόνια, ανησύχησαν. Εκαναν λοιπόν στην άκρη.

Οι έλληνες πολίτες ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα των θυμάτων της 17Ν. Εγινε μάλιστα και διαδήλώση υπέρ των, αν δεν κάνω λάθος. Για πρώτη φορά. Η αξιοπρεπέστατη κυρία Σαντερς δεν κατηγόρησε ποτέ την Ελλάδα. Τηλεφωνήματα πολιτών οδήγησαν στις γιάφκες της Πάτμου και Δαμάρεως. Στο ξεκαθάρισμα της 17Ν. Συστήματα παρακολουθησης μπήκαν παντού. Οι σοσιαλιστές κυβερνητικοί εκπρόσωποι δεν έβγαλαν τσιμουδιά. Το βούλωσαν και έκατσαν στην άκρη. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες διεξάχθησαν με επιτυχία. Δέχτηκα και εγώ στην Αμερική χαρούμενους τους φίλους που είχα στείλει στην Ελλάδα. Ολο καλά λόγια.

Μετα τους ολυμπιακούς, ο κ. Σημίτης απεμάκρυνε τον κύριο Χρυσοχοίδη απο το υπουργείο δημόσιας τάξης. Είδε πως ήταν αγαπητός στον κόσμο, και έτσι τον έκανε «Λαλιώτη»! Πήρε εναν αξιο άνθρωπο απο εκεί που δούλευε αποτελεσματικά, και τον έκανε γραφειοκράτη.

Και νάμαστε στο σήμερα. Σήμερα κυβερνά η ΝΔ. Περάσαμε και το θέμα των υποκλοπών. Ο τότε υπουργός κύριος Βουλγαράκης έδωσε συνέντευξη 3 ωρών πάνω στο θέμα! Τριών ωρών! Δεν ήταν εδώ οι Εγγλέζοι να του πούν πως κάτι τέτοιο είναι στρατηγικά λάθος και σαφέστατα ηλίθιο. Τρείς ώρες συνέντευξη, κατηγορώντας τους Αμερικανούς. Ο κύριος Καραμανλής δεν τον καρατόμησε. Η συνέχεια του δημόσιου εξευτελισμού του κυρίου Βουλγαράκη ήρθε όταν έβαλαν βόμβα στο οικογενειακό του αυτοκίνητο. Ποιοί; Οι εννιακόσιοι που λέγαμε στη αρχή του κειμένου. Ο κύριος Βουλγαράκης, δυστυχώς, είναι ακόμα υπουργός.

Βιώνουμε σήμερα την πλήρη κατάρρευση της δημόσιας ασφάλειας στην Ελλάδα. Σε αργό ρυθμό. Τόσο αργό που πολλοί δεν την βλέπουμε. Τόσο αργό που δεν υπάρχει ακόμα κοινωνική αντίδραση, αξίωση ασφάλειας και δικαιοσύνης. Τόσο αργή που έχουμε ακόμα μείνει στο «διάλογο». Τη στιγμή που η λύση απαιτεί ωμή νομική και στρατιωτική επέμβαση, εμείς εθελοτυφλούμε. Ανακαλύψαμε τα Ζωνιανά και εκπλαγήκαμε που μερικοί άνθρωποι κρατούσαν όμηρο ένα ολόκληρο νησί. Είδαμε ραντεβού τραμπούκων για αιματηρές συγκρούσεις στη Παιανία, καταστροφές πανεπιστημίων, εργαστηρίων, καταλήψεις σχολείων απο ανήλικους, άφθονες καθημερινές ληστείες. Οι συλληφθέντες κάτοχοι ναρκωτικών και ληστές, συγγενικά πρόσωπα πολιτικών του Συνασπισμού, αποκρύπτονται απο τη γνώση του ελληνικού λαού. Οι μαφιόζοι των ΠΑΕ, αλωνίζουν. Οι προστασίες στα νυχτερινά κέντρα, το εμπόριο γυναικών, τα ναρκωτικά σε έξαρση. Οι «πέντε νταβατζήδες» που κυβερνούν την Ελλάδα, μάλλον έχουν αυξηθεί.

Και πίσω απο όλα αυτά, μια άβουλη κυβέρνηση. Που φοβάται μην τυχόν και χαρακτηριστεί δεξιά, γιατί φοβάται την Αλέκα. Ενας αβουλος πρωθυπουργός. Καθώς σιγά σιγά ο βουβός ελληνικός λαός αρχίζει να αντιλαμβάνεται το μέγεθος της απάτης εναντίον των συμφερόντων του, βλέπω εξελίξεις. Λογικό είναι. Αν η κυβέρνηση δεν τσακίσει τους εννιακόσιους τρομοκράτες εδώ και τώρα, αργα ή γρήγορα οι καπιταλιστικές δομές της ελληνικής κοινωνίας θα αντιδράσουν έντονα. Στην αρχή μεγάλο μέρος του πληθυσμού θα φύγει προς περιοχές πιό ιδιωτικές, αφήνοντας πίσω του διάφορα θλιβερά γκέτο.

Στη συνέχεια, αυτό το παραγωγικό, ευκατάστατο και σοβαρό μέρος της ελληνικής κοινωνίας, θα εισαγάγει βία στον προστατευτισμό του. Ενοπλοι σεκουριτάδες θα μπουν στη ζωή της καθημερινότητας. Η δημόσια παιδεία του δημοτικού, γυμνασίου και λυκείου θα φτάσει τα αντίστοιχα αμερικανικά χαρακτηριστικά, με ανιχνευτές μετάλλων στα σχολεία, και αστυνομία στο προαύλιο. Ενοπλοι θα φυλάνε τράπεζες, ακόμα και γκαράζ αυτοκινήτων, όπως στη Βενεζουέλα. Με τον καιρό, η δημόσια παιδεία θα εγκαταλειφθεί εντελώς, και ιδιωτικοί σεκουριτάδες θα πηγαίνουν τα παιδιά στο σχολείο. Οι κάτοικοι των πλουσίων περιοχών θα χρηματοδοτήσουν τη δική τους προστασία κλείνοντας σε πρόσβαση τις περιοχές τους. Δεν θα αργήσουν βέβαια και οι κάποιες απαγωγές αλά Κολομβία. Οι εννιακόσιοι τρομοκράτες, θα γίνουν χίλιοι, και οι χίλιοι δέκα χιλιάδες.

Πως τα ξέρω όλα αυτά; Εγιναν και αλλού. Υπάρχει βέβαια ακόμα καιρός να λυθούν όλα αυτά. Δεν ξέρω πόσος. Κρούω πάντως τον κώδωνα του κινδύνου...

------------------------------------------------------
Πείτε μου πως τα παραλέω. Πως έχω αποκοπεί απο την ελληνική πραγματικότητα. Πως είμαι ακραίος στην έκφραση και αντίληψή μου. Ειλικρινά θά χαρώ...

Συντρίψτε τους τρομοκράτες Ανδρέας Ανδριανόπουλος

------------------------------------------------------