Wednesday, February 18, 2009

Μπαράκια

‘t Eiland
Η πασαρέλα της διαφορετικότητας. Στολισμένα ανθρώπινα κορμιά, ζωγραφικές σε χέρια, πόδια και λαιμούς. Η ηλεκτρική μουσική τους άγνωστη και αυτοσχέδια. Στο πίσω μέρος του μπάρ, ένα καφενεδάκι στα κλασσικά πρότυπα των Coffee Shops. Mενού απο αγνά «χορταρικά». Αφγανικό, Λιβανέζικο, κόκκινο Νιγηριανό. Cookies και τσαγάκι για τους «επανακαμφθέντες». Οργισμένα μηνύματα κοινωνικού ξεσηκωμού, σε ουρλιαχτά, μακάμβριους ψυχεδελικούς πίνακες και άλλες φριχτές παραλλαγές. Μένει στο μυαλό ο μεγάλος πίνακας, «Το Κέντρο Βάρους» - απεικονίζει έναν άνθρωπο το μυαλό του οποίου, πρησμένο, βρίσκεται στα γεννητικά όργανα...


Mississippi Mud
Παλιό και ξύλινο, έκρυβε τα μυστικά του σ’ έναν απαλό κόκκινο φωτισμό. Σιωπηλοί θαμώνες και μυρωδιά απο μπύρα. Παρακμιακό Blues και αυτοσχεδιασμοί της Jazz. Οι θλιβερές νότες του Νότου. Πού και πού, οι δαχτυλισμοί του κιθαρίστα γλυστρούσαν και έχαναν το ακκόρντο του ρυθμού, η φωνή έμοιαζε να σβήνει απο κάποιο καημό, τα λόγια θολωναν στους ήχους. Μα το τραγούδι, μαγικά, αντί να χαλάσει, γινόταν καλύτερο, τί θαύμα, ο κιθαρίστας ξανάπεφτε στα σωστά του και ο ρυθμός επανερχόταν.

Διεύθυνση, εργαζόμενοι και μουσικοί, είχαν κάτι κοινό – είχαν όλοι τους κάνει φυλακή. Το μουσικό μπαράκι είχε σκοπό. Να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία σ’ αυτούς που πήραν τη ζωή τους λάθος. Τους προτιμούσε, τους έδινε πάλκο, δουλειά και βοήθεια. Και εκείνοι έφευγαν κατόπιν στα έγκατα της μεγάλης χώρας. Μέχρι να έρθουν οι επόμενοι…


La Victoria
Γλυκό στέκι των Λατίνων. Cubanos και Dominicanos. Ενας τρελός ξεσηκωμός, μια πανδαισία έγχορδων, πνευστών και κρουστών. Merenge, Rumba, Son και Salsa. Γλυκιά ανάμνηση ο ερωτισμός της μουσικής και τα όμορφα κορμιά που μέσα στο δέος του μουσικού ρυθμού, αλλοπαρμένα απο την ανάταση της στιγμής, αγκαλιάζονται σε διάφορους χορευτικούς αυτοσχεδιασμούς.

Οι μουσικές συναντήσεις των ισπανόφωνων της Αμερικής, είναι Ωδές προς τη Ζωή. Το αφρολατινικό μουσικό πνεύμα λειτουργεί σαν αφροδισιακό, που νοητά βάζει στο κέντρο του το ανθρώπινο κορμί, την αγάπη, το συναίσθημα, το πάθος για τη ζωή. Η συνειρμική σκέψη οδηγεί στους Αρχαίους Ελληνες. Λάτρευαν και εκείνοι τις γιορτές, θαύμαζαν τον ερωτισμό, εκθίαζαν χωρίς ενοχές το ανθρώπινο σώμα. Μέχρι που ήρθαν οι βορειότεροι, και τους έντυσαν όλους στα Βικτωριανά...


Locus Publicus
Χαμηλός φωτισμός, ξύλινες επενδύσεις. Μύριζε έντονα κερί απο τα εκατοντάδες κεριά που έκαιγαν ασταμάτητα χωμένα σε μπουκάλια Grolsch. Τόπος συνάντησης των πιο ετερόκλητων μουσικών και πολιτιστικών στοιχείων. Οι Ρώσοι εμιγκρέδες, πρόσφυγες απο τη γή του Υπαρκτού, το προτιμούσαν για τα Κυριακάτικα gigs της Κλασσικής Μουσικής. Οι Αυστραλοί περαστικοί τουρίστες (οι πιο σκληροτράχηλοι άνθρωποι που συνάντησα ποτέ μου), έκαναν εδώ τις ρόκ στάσεις τους πριν συνεχίσουν τα μεγάλα τους ταξίδια.

Και μαζί τους, μια τεράστια συνομοταξία «περαστικών μουσικών» απο το Λονδίνο, τις κάθε του κόσμου Αποικίες, τα σπλάχνα της Ευρώπης. Τα Κυριακάτικα μουσικά προγράμματα (Sunday Gigs), ήταν μια αφιέρωση στη μουσική του Κόσμου. Το ιδιο και οι θαμώνες. Ενα μωσαϊκό απο ρυθμούς, ιστορίες και ανθρώπινες εμπειρίες.

Το λατινικό όνομα του μπάρ, σημαίνει «Κοινός, Δημοσιος Χώρος». Ενας χώρος που εκθέτει μουσική, ιδέες και εμπειρίες σε κοινή θέα, σε κοινή αποδοχή και κριτική. Που δίνει Βήμα σε όλους . Γλυκιά ανάμνηση των χρόνων απο την πανέμορφη μεσαιωνική πόλη του Delft, τα δικά μας Sunday Gigs, με τραγούδια του Μάνου, έντεχνα και Ρεμπέτικα, Στο μουσικό σχήμα της εποχής, ένας κιθαρίστας (φοιτητής ζωγραφικής) απο το Ρόττερνταμ, ενας ταλαντούχος Κύπριος πολυμουσικάντης, και ένας μοναχικός ακκορντεονίστας...

---------------------------------------------
H μουσική γεύση, απο τα υπέροχα παιδιά της ομογένειας, τους μουσικούς και προσωπικούς μου φίλους που χρόνια τώρα κρατούν την ελληνική μουσική και ποίηση ζωντανή στις ακτές του Νέου Κόσμου. Για τους ωραίους αυτούς ανθρώπους, θα μιλήσουμε αργότερα. Στο τραγούδι, η φίλη Νεκταρία.

Displayed arrangement recorded under legal license, by Journey to Ithaca, in Wellspring Sound Studio, Acton Massachusetts.

Friday, February 13, 2009

Χορεύοντας με την Κούβα

Kάπου το 1970, μια νεαρή κοπέλα αγωνίζεται στη Νέα Υόρκη με το όνειρο να γίνει χορεύτρια μοντέρνου χορού. Ζεί απλά και με τα απολύτως απαραίτητα, ενώ συγχρόνως ακολουθεί εξαντλητικά προγράμματα χορού, προσπαθώντας να καλύψει τις διάφορες τεχνικές και ρεπερτόρια του χώρου. Κουράζεται πολύ, πεινάει συνεχώς, μα συνεχίζει να γυμνάζεται και να χορεύει. Μέχρι που κάπου, απαγοητεύεται. Καθώς στο μυαλό της αποκρυσταλλώνονται οι απαιτήσεις που επιβάλει μια καρριέρα στον μοντέρνο χορό, αρχίζει να αμφισβητεί και η ίδια τις ικανότητές της να τα καταφέρει.

Μπαίνοντας σε μια περίοδο έντονης προσωπικής αμφισβήτησης, και μην ξέροντας πώς να συνεχίσει, ένας απο Mηχανής Θεός της προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία – να δουλέψει σαν δασκάλα μοντέρνου χορού στην Κούβα, που τότε βρισκόταν στα ελπιδοφόρα χρόνια της Επανάστασης. Θα οργάνωνε και θα διοικούσε ένα σχολείο μοντέρνου χορού για έφηβους, θα έφτιαχνε το πρόγραμμα, την ύλη και τις ασκήσεις διδασκαλίας, και θα εκπαίδευε και η ίδια παιδιά που αγαπούσαν το χορό.

Οι περίεργοι και χαμηλών τόνων άνθρωποι που την προσεγγίζουν, της μιλούν για κάποια Επανάσταση. Η ίδια δεν γνωρίζει τίποτα σχεδόν, η πολιτική δεν είναι μέρος της ζωής της, της σκέψης της. Τα χρήματα θα είναι λίγα, την προειδοποιούν, αλλά ο σκοπός μεγάλος. Θα συμμετάσχει σε κάτι που αξίζει, κάτι για το οποίο υπάρχει κυβερνητικό ενδιαφέρον και χρηματοδότηση. Και αυτό το κάτι, απαιτεί ανθρώπους με πάθος, με αλτρουισμό, με αυταπάρνηση.

Η νεαρή χορεύτρια δέχεται την πρόσκληση, και έτσι φτάνει στην Κούβα της Επανάστασης. Ανυποψίαστη. Στο ξενοδοχείο που μένει, η υγρασία εισχωρεί στους τοίχους, τα υδραυλικά ακούγονται να χτυπούν ρυθμικά τη νύχτα, τα έντομα την ενοχλούν. Φέρνει μαζί της και μερικά πράγματα που σύντομα της ανακοινώνουν πως είναι απαγορευμένα – μερικές ελβετικές σοκολάτες. Στο λόμπυ του ξενοδοχείου, κάποια ουρά περιμένει υπομονετικά τη σειρά της για το μοναδικό τηλέφωνο που έχει γραμμή προς τον έξω κόσμο. Το ηλεκτρικό κάνει πολύωρες διακοπές. Δεν είναι σίγουρη αν η αλληλογραφία της παραδίδεται χωρίς έλεγχο, και υποψιάζεται πως ίσως να την παρακολουθούν. Οι πρώτες επαφές της με τη διεύθυνση του σχολείου, την φέρνει σε επαφή με κάποιες προσωπικότητες που μοιάζουν να βγαίνουν απο κάποιο μακάβριο βιβλίο. Αγέλαστες, σκυθρωπές, ντυμένες με χρώματα που δεν ταιριάζουν στην Αβάνα. Τους πρώτους μήνες, δεν την πληρώνουν κάν.

Η ανταμοιβή της, τα παιδιά του σχολείου. Χαρούμενες προσωπικότητες, με πάθος για τη ζωή, με γέλιο και σκληρή δουλειά, παιδιά της καθημερινότητας. Κάθε πτυχή της ζωής τους, κάθε διάσταση της εφηβικής τους ύπαρξης, είναι βουτηγμένη στην Επανάσταση. Παντού Επανάσταση. Επανάσταση για μικρούς, Επανάσταση για μεγάλους. Και πάνω απο όλα τα συμβάντα, αληθινά και φανταστικά, τωρινά και μελλοντικά, η φιγούρα του Comandante. Πανταχού παρούσα. Νοιώθει κανείς την παρουσία της, την ομιλία της, τη σκέψη της, την αναπνοή της. Στους δημόσιους χώρους, τη στιγμή που κλείνεις την πόρτα για να ξεκουραστείς. Βρίσκεται παντού.

Εν έτει 1970, ο Comandante ανακοινώνει το νέο στρατηγικό σχέδιο της Κουβανικής κοινωνίας – να προωθήσει την παραγωγή ζάχαρης σε τέτοιο επίπεδο, ώστε απο αυτή και μόνον, η Κούβα να ανεξαρτητοποιηθεί οικονομικά. Να μπορέσει να φτάσει η παραγωγή ζάχαρης στο φανταστικό επίπεδο των 10 εκατομμυρίων τόνων, που θα της επιτρέψει να μονοπωλήσει το παγκόσμιο εμπόριο ζάχαρης. Μια φανταστική ποσότητα παραγωγής, ο πλούτος της οποίας θα χρηματοδοτήσει την Επανάσταση. Μια προσπάθεια που θα απαιτούσε την αναβίωση μονάδων παραγωγής που ήταν νεκρές για χρόνια, και τη δημιουργία νέων. Τη διοικητική και παραγωγική ανασυγκρότηση της κοινωνίας γύρω απο ένα και μόνον προϊόν. Ολα για τη ζάχαρη. Ολοι για τη ζάχαρη.

Ολάκερη η κοινωνία του νησιού ρίχνεται στην παραγωγή της ζάχαρης. Με πάθος και καθοδήγηση. Οποιος δεν συμμετέχει, θεωρείται σχεδόν προδότης. Η Κούβα δεν έχει πιά χρόνο και χώρο για μοντέρνους χορούς. Χρειάζεται ζάχαρη. Πολύ ζάχαρη. Η νεαρή δασκάλα αφυπνίζεται στην πολιτική πραγματικότητα του κόσμου που ζεί, και μέσα απο την καθημερινότητα με τα παιδιά του σχολείου, τη στρατευμένη κοινωνία της Κούβας και τις ιδεολογικές κορώνες της Επανάστασης, προσπαθεί να διατηρήσει τη θέση της στο έργο που έχει αναλάβει. Για όσο καιρό της επιτραπεί, μέ όση δύναμη έχει. Μέχρι που μέσα απο δεκάδες προσωπικές ιστορίες, διαλόγους και καταστάσεις, μέσα απο τις ομιλίες του Comandante, των ανθρώπων που τον εκπροσωπούν, τα παιδιά του χορού, μέσα στα χρώματα της εξωτικής Κούβας, τους υπέροχους μουσικούς ρυθμούς και το λίγο ηλεκτρικό, χωρίς πρόσβαση σε τηλέφωνο και ελβετικές σοκολάτες, φτάνει κι αυτή σε κάποιο τέλος. Ενα τέλος συναρπαστικό...

Πρόκειται για την καταπληκτική Alma Guillermoprieto, μια Μεξικάνα της Νέας Υόρκης, που αφού ακολούθησε μια αποτυχημένη πορεία σαν χορεύτρια μοντέρνου χορού, μετεξελίσεται μέσα απο την Κουβανική εμπειρία της σε κάτι που κάνει πολύ καλύτερα – σε έναν δημοσιογραφικό και εννίοτε λογοτεχνίζοντα αφηγητή ιστοριών απο τη Λατινική Αμερική. Κατακτά έτσι, η αποτυχημενη χορεύτρια και δασκάλα χορού, μια δικαιωματική και άξια θέση στην ισπανόφωνη κουλτούρα της Αμερικής, φέρνοντας μέσα απο τις αφηγήσεις της, συναισθήματα και γεγονότα άγνωστα στους αγγλόφωνους Γιάνκηδες του Βορρά.

Την ανακάλυψα, μαζί με άλλους, την εποχή του Café Brasil. Και μέσα απο συζητήσεις για την πολυπαθή Λατινική Αμερική, μέσα σε ρυθμούς που ηχούσαν σαν προτρεπτικό μουσικό υπόβαθρο, μαζί με μυριάδες άλλα μικρά, ασήμαντα ή σημαντικά εξερευνήματα της ατίθασης νιότης, μέσα απο τις συζητήσεις ανθρώπων που σημάδεψαν με τη διαφορετικότητά τους τη ζωή μου, την συγκαταλέγω κι’ αυτή, στα χρήσιμα λάβαρα της αξιόλογης παρέας. Δεν ξέρω αν τα βιβλία της εχουν μεταφραστεί στην Ελλάδα, την προτείνω πάντως σε όσους επιθυμούν να την γνωρίσουν. Οι σκέψεις αυτού του πόστ είναι εμνευσμένες απο το υπέροχο βιβλίο Dancing with Cuba, στο οποίο η κυρία Guillermoprieto αφηγείται την εμπειρία της απο το νησί της Επανάστασης, μέσα σε ενα πλαίσιο που αναμειγνύει δημοσιογραφικά και αυτοβιογραφικά στοιχεία.


Στο μουσικό παράρτημα, ενα άλλο λάφυρο της εποχής, ο μουσικός Silvio Rodríguez. Ο Ποιητής της Επανάστασης. Υιοθέτησε ιδεολογικά τους στόχους της Κουβανικής Επανάστασης και τάχθηκε στο πλευρό του Comandante. Για αυτούς που αντλούν ρομαντισμό απο την Κουβανική Επανάσταση, η μουσική του ξεσηκώνει, προτρέπει, εξυμνεί. Αλλα πέραν τούτου, η μουσική δημιουργία στέκει απο μόνη της ποιοτικά στον χρόνο, σαν ποίημα, σαν ρυθμός, σαν δημιούργημα. Είναι μια μορφή που χαίρει τεράστιας εκτίμησης στον Λατινικό κόσμο της Ν. Αμερικής, ενα σεβάσμιο σημείο αναφοράς ακόμα και για τις μή αριστερίζουσες τάξεις.

Tuesday, February 10, 2009

Κρυφές Τελετουργίες

Hταν ένας πολύ πλούσιος γεωκτήμονας, με διασυνδέσεις τεράστιες, προϊόν της Ελλάδας του πολέμου. Είχε γή, υπηρέτες, πλούτο νόμιμο και παράνομο, κρυφές ερωμένες, συμβουλάτορες, μπράβους και υπηκόους. Κυβερνούσε μια τεράστια περιοχή με γεωργικό πλούτο, μεγάλο αριθμό ταξί, λεωφορείων, φορτηγών. Είχε λίρες χρυσές, συλλογές αρχαίων ευρημάτων, μετοχές και καταθέσεις.

Ραβόταν στην Αθήνα κατόπιν ραντεβού, τραπέζωνε υπουργούς, μητροπολίτες, δωροδοκούσε αβέρτα. Βοήθησε πολύ κόσμο, ταϊσε ακόμα περισσότερους, πάντρεψε και προίκισε δεκάδες ζευγάρια, είχε εκατοντάδες βαφτιστήρια. Τις σχέσεις του με την εξουσία τις κρατούσε μυστικές. Αδυναμίες και συναισθήματα δεν εξωτερίκευε. Κανείς δεν τον είδε ποτέ να κλαίει, να πανικοβάλεται. Κρατούσε μια απόσταση εξουσίας απο τον μικρόκοσμο που διοικούσε. Κανείς ποτέ δεν τον κατηγόρησε για οτιδήποτε. Ενέπνεε σεβασμό, κάποιο φόβο, και ήταν δίκαιος. Ηταν πραγματικά δίκαιος. Αυτό, κανείς ποτέ δεν του το αμφισβήτησε.

Kαι έχωνε τη μύτη του στις δουλειές όλων των άλλων. Είχε "πληροφόρηση". Τον έμπιστο επιστάτη Μπαρχαμπά, εναν τεράστιο σε διαστάσεις άνθρωπο, εναν καλό ειλικρινά άνθρωπο, δουλευτή της γής, που φοβόταν τον Θεό και τις αμαρτίες. Που λιβάνιζε το σπίτι του κάθε Κυριακή. Εναν άνθρωπο που τον υπηρέτησε για όλη του τη ζωή. Και κείνος, τον προίκισε κι αυτόν και τα παιδιά του, με σπίτια, με σπουδές, με λίρες. Και τον τίμησε σαν ίσον, παρόλο που δεν ήταν. Τον κάθησε σε μεγάλα γλέντια, σε καφέδες με προύχοντες, με τραπεζίτες, με πολιτικούς. Του έδωσε γνώμη και φωνή που εκείνος δεν είχε. Του έδωσε αξιοπρέπεια.

Στη μεγάλη Φόρντ της εποχής, αυτοκίνητο σήμα της επαρχίας, ο Μπαρχαμπάς, οδηγούσε μέσα στη λιακάδα. Είχε πάρει τον «μικρό» μαζί του, για την κυριακάτικη επίσκεψη, τον περίμενε με υπομονή. Οι ερωτήσεις του απλές, ήταν «ψάρεμα». Ο μικρός απαντούσε με ειλικρίνια σε όλες, δεν υποψιαζόταν τίποτα το πονηρό, η παρέα άλλωστε ήταν ευχάριστη. Ο παππούς τον περίμενε στο γραφείο του. Στις 12 ακριβώς. Σαν σε ραντεβού γιατρού.

Το κονιάκ ήταν γαλλικό. Εκείνος άναψε ένα τσιγάρο και έκατσε απέναντί του. Με κουστούμι και ρεπούμπλικα, ντυμένος σαν τραπεζίτης. Εσπασε κάποιο χαμόγελο καθώς τον μέτρησε με τα μάτια του πάνω κάτω, και κατόπιν έγυρε και τον αγκάλιασε στοργικά. «Πουλί μου, μοναχοπαίδι μου...» Ενοιωθε άνετα μαζί του. Πάντα είχε λεφτά για κείνον, δώρα. Και πολλές συμβουλές. «Οταν βγαίνεις έξω, και συναντάς κόσμο, να τον κερνάς. Να κερνάς όλο τον κόσμο. Αν δεν έχεις λεφτά, να μην βγαίνεις έξω...»

Τον ρώτησε για το σχολείο, για τα μαθήματα μουσικής. Ολα καλά, τον πληροφόρησε. Βιβλία είχε αρκετά, σχέδια πολλά. Σύντομα θα πήγαινε στην Αθήνα. Το ήξερε. Είχε μάλιστα κανονίσει και με ένα καλό εστιατόριο, να τον δέχεται κάθε μέρα για φαγητό, τα έξοδα δικά του. «Να ανέβεις στην Ακρόπολη, να πάς και στο Μουσείο, θα δείς εκεί ωραία πράγματα... Ο Μπαρχαμπάς θα σου φέρει ό,τι χρειάζεσαι.... Και πού’ σαι, τώρα που είσαι αντρας πιά, να φοράς κουστούμια. Οι άντρες κάνουν τις δουλειές τους με κουστούμια...» Θα ραβόταν σε κάποιον δικό του. Τον κύριο Αναγνωστόπουλο. Εγγλέζικο κασμίρι. Θυμάται πως γέλασε, δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό. Εκείνος όμως τον κοιτούσε με ενα γλυκό χαμόγελο. «Αγόρι μου, παιδί μου...»

«Κάποια κυρία, γνωστή μου, θα σου τηλεφωνήσει. Τη λένε Θεοδώρα. Να τη φωνάζεις Δώρα. Είναι έμπιστος άνθρωπος, θα σε γυρίσει στην Αθήνα. Τώρα που μεγάλωσες, πρέπει να μάθεις κι απ’ αυτά...» Εμεινε κόκκαλο. Τί του έλεγε; Το κονιάκ τέλειωνε. «Η ώρα πήγε δύο. Ωρα για φαγητό. Σήμερα είναι τα γενεθλιά σου...Γίνεσαι πια άντρας...»

Η ζωή έχει στιγμές κορύφωσης. Και η κυρία Θεοδώρα, η Δώρα των ονείρων, ήταν σκέτη κορύφωση. Μαύρα πυκνά μαλλιά και βλέμμα αρπακτικό, ακτινογραφία που σε διάβαζε και σε διαπερνούσε.. «Πάντα ήθελε να τον γνωρίσει». Και οι όμορφες Αθηναϊκές νύχτες, ήταν το ιδανικό σκηνικό. Με φώτα χαμηλωμένα, για κρυφούς εραστές που έχουν πολλά να πούν και να νοιώσουν. Μπλεγμένος στα μαύρα μαλλιά της γόησσας και στα μακριά πόδια της ηδονής, ανοιξιάτικια παραγγελιά ακριβή και σκερτσόζα, χαμένος στις μυρωδιές των αρωμάτων και στα λευκά καλοσιδερωμένα σεντόνια, τα κασμίρια του κ. Αναγνωστόπουλου έγιναν κουβάρια. Μια γλυκιά ενηλικίωση... Τόσο όμορφα, τόσο αισθησιακά...

Και για όσα χρόνια ακολουθούν, σαν τάμα ακριβό και πολύτιμο της ζωής φυλαχτό και δώρο, μέσα απο αντοχές και χρόνους , θα φυλάξει μέσα του βαθιά, όσο μπορεί, το αισθησιακό εκείνο συναίσθημα της ορμής, τη μυρωδιά της αγάπης, το τρυφερό κορμί, και εκείνα τα υπέροχα γοβάκια.

Στην εκκλησία της Κυριακής, φορούσε το καινούργιο του κασμίρι. «Εχει η ζωή πολλά τερτίπια αγόρι μου... Μ’ ενα κερί όμως, σβήνουν όλα...»

Monday, February 9, 2009

Analysis - Paralysis

Κάθε φορά που ο έλληνας υπουργός Οικονομικών πάει στις Βρυξέλλες για να συζητήσει με τους ευρωπαίους εταίρους του, βγαίνει και η «φατσούλα» στην τηλεόραση του Μega για να πεί την απλουστευμένη αριστερίστικη μαλακία ατάκα της.

«H Eυρωπαϊκή Ενωση, οι βιομήχανοι, τα κόμματά τους, ειναι μια συμμαχία που στόχο έχει να φορτώσει τις συνέπειες της κρίσης στο λαό».

Keep it fifth grade comrades...

Εν τω μεταξύ, μην ξεχνάμε και τη συνάντηση των Γιγάντων...

Ελα ρε Αλαβανάκο, συνεργάσου, άσε με να κυβερνήσω. Είναι η σειρά μου. Είμαι ο άλλος Καταλληλότερος. Και όταν βγώ θα σου δώσω και εγώ μερικά υπουργεία για να παίζεις με τον Τσίπρα. To fuck around, που λέμε και στην Αμερική. Λαϊκά υπουργεία σκέφτομαι. Το Παιδείας, το Ανάπτυξης, τέτοια. Εκεί είναι τα δυνατά σημεία σου. Θα δαμάσεις την Παγκοσμιοποίηση, θα φτιάξεις Πανεπιστήμια που θα φυσάνε, θα κάνεις δίκτυα αγροτικής παραγωγής που θα παράγουν μόνα τους. Αν εφαρμοστεί ο Σοσιαλισμός μας εκεί σύντροφε, τύφλα νάχουν τα υπόλοιπα. Θα καεί το πελεκούδι. Οι ευρωπαίοι συνάδελφοι θα παθουν και την πλάκα τους. Lots of fun Alekos. Και πές και σ’ εκείνον τον Τσίπρα, να πουλήσει το μηχανάκι. Το ΠΑΣΟΚ θα σας πάρει τρακτέρ. Θα μπλοκάρετε τον ευρωμουνόδρομο. Μέσα και οι κουκούλες.

Thursday, February 5, 2009

Au Sommet du Monde

Aς ξεφύγουμε για λίγο απο τα καθημερινά, για λίγη γαλλική μουσική γεύση. Απο την πανέμορφη Πόλη του Φωτός, το ζωντανό μουσείο της Τέχνης και φυσικά του Ρομαντισμού. Απ’ όλες τις χώρες αυτού του κόσμου, η Γαλλία είναι κατα τη γνώμη μου, η μόνη χώρα, που στο συλλογικό υποσυνείδητο των περισσοτέρων ανθρώπων, διεθνώς, ενδιαφέρει όχι μόνον ως Φύση, Τέχνη και Αρχιτεκτονική, αλλά και ως συγκεκριμένη Πρόταση Ζωής. Μια εναλλακτική αντιπρόταση στον παγκοσμιοποιημένο Αγγλοσαξωνισμό του ψυχρού ορθολογισμού.

Eχω βίώσει απο κοντά, την αγωνία των Γάλλων για την κουλτούρα τους, το "δικό τους τρόπο". Με ένα μάτι στην Ευρώπη, και το άλλο στην Αμερική... Την αγωνία για τη διατήρηση ενός κόσμου με κέντρο τη Γαλλία. Τη Γαλλική Πρόταση Υπαρξης. Ατελής ίσως, όπως όλα, αλλά όμορφη και αληθινή. Γεμάτη ζωή και αισθησιασμό. Μάνα του Κρατισμού, αλλά και της Αμφισβήτησης. Πληγωμένη απο τη θέση της στον σημερινό κόσμο, αλλά ύπερήφανη, αυτόνομη και αξιοπρεπής.

Η μουσική αισθητική της πόλης του Παρισιού, αναβιώνει πλέον μέσα απο μιά νέα γενιά ανθρώπων, αυτή τη φορά πιό διεθνοποιημένη, πιό ανοιχτή σε ήχους, αλλά πάντα γαλλική. Ενα απο τα απραγματοποίητα όνειρά μου, είναι να ζήσω κάποτε εκεί για αρκετό διάστημα, φωτογραφίζοντάς τη, γράφοντας, και μαθαίνοντας την ποιητική της γλώσσα.

Μεταξύ των μουσικών,και η Πρώτη Κυρία...

----------------------------------------
Picture by Locus Publicus, free for public use
Jardíns de les Tuileries
Paris, France

----------------------------------------

Sunday, February 1, 2009

Las Vegas

"Είναι μια πόλη ηλίθια», λέει ο David, αφήνοντας το εξωτικό ποτό του πάνω στο τραπέζι. «Μια πόλη φαντασίας. Ερχεται εδώ ο καθένας να ζήσει μια φαντασίωση, να επισκεφτεί ενα ψεύτικο Παρίσι, μια ψεύτικη Βενετία, μία απομίμηση της Νέας Υόρκης. Ενας ψεύτικος κόσμος."

"Και δεν χρειάζεται αυτός ο κόσμος;" αντιδρά η Jane. «Εχετε έρθει στο Αρκανσα; Να δείτε ωμή φτώχεια και κακομοιριά. Μακάρι να είχαμε τόσο φώς στο Αρκανσα. Θεέ μου, να μπορούσα να φύγω!"

"Δεν είναι τέλεια πόλη" συμπληρώνει ο Steeve. Είναι φτιαγμένη μόνον να τη δείς νύχτα. Μέσα στα φώτα. Μια πόλη μονοδιάστατη. Με κύριο στοιχείο της τα καζίνα. Για φανταστείτε να μεγαλώνετε παιδιά σε μια πόλη γεμάτη καζίνα και γυναίκες της σειράς. Τέλεια πόλη είναι το Σικάγο. Με τα καλά του και τα κακά του. Τα έχει όμως όλα. Οχι μόνον Χολυγουντιανές διακοσμήσεις."

"Δεν υπάρχουν τέλειες πόλεις Στήβ», απαντά η Jane. Μόνον ευτυχισμένες και δυστυχισμένες πόλεις υπάρχουν. Και εδώ μεγαλώνουν παιδιά. Τούτη εδώ είναι μια χαρούμενη πόλη. Πιστέψτε με, ξέρω απο πόλεις θλιβερές."

"Μα δεν σας ενοχλεί αυτή η απομίμηση;» ρωτάει ο David. «Ξέρετε τί κτίριο είναι αυτό μπροστά απο το καζίνο; Η Οπερα του Παρισιού! Σε απομίμηση. Κοιτάξτε και τον Πύργο του Αιφελ. Πιο κάτω, το Αγαλμα της Ελευθερίας, η Γεφυρα του Μπρούκλυν, γόνδολες σαν την Βενετία, το Λούξορ της Αιγύπτου. Δεν σας ενοχλεί αυτή η βλακώδης απομίμηση της τέχνης, της αρχιτεκτονικής, το ψεύτικο της όλης αισθητικής; Δεν είναι γελοίο;".

"Δεν έχω πάει ποτέ μου στο Παρίσι", απαντά η Jane. Ούτε ξέρω με τι μοιάζει η Οπερα. Ούτε έχω ακουστά το Λούξορ. Ερχομαι απο το Αρκανσα. Δεν είχα στη ζωή μου χρόνο και πολυτέλεια για τέτοια. Μου αρκεί που υπάρχουν. Είμαι εδώ για να περάσω ένα ευτυχισμένο τριήμερο. Δεν είχα πολλά Χολυγουντιανά τριήμερα στη ζωή μου".

"Αν δεν ήταν τα λεφτά, αυτός ο κόσμος δεν θα υπήρχε» λέει ο Steeve. «Είναι πάντως τρομερό κατόρθωμα να μπορέσεις να πείσεις τόσους ανθρώπους να έρθουν εδώ, να παντρευτούν, να κάνουν διακοπές, να ψωνίσουν, να ερωτευθούν. Στη μέση της ερήμου!"

Ομορφος ο χώρος του καζίνου, με τα τεράστια τραπέζια του τζόγου και τους αναπαυτικούς καναπέδες στα μπαράκια. Το εσωτερικό του ταβανιού, είναι βαμμένο ουρανός. Μπλέ ουρανός με άσπρα σύννεφα. Και έναν φωτισμό απαλό που σε κάνει να ξεχνάς πως βρίσκεσαι σε εσωτερικό κτιρίου. Το οξυγόνο της ατμόσφαιρας σε αναζωογονεί. Η ατμόσφαιρα θυμίζει με μαεστρία το Παρίσι. Απόγευμα άνοιξης, στο Σηκουάνα.

Η ξανθιά γκαρσόνα σερβίρει δεύτερο γύρο με ποτά. Είναι μια όμορφη γυναίκα. Τη λένε Ιρκα, και είναι απο την Ουγγαρία. Περαστική για Καλιφόρνια, μένει εδώ με άλλες τρείς κοπέλες για λίγο καιρό (ίσως χρόνια). Τα λεφτά είναι καλά. Μοιράζονται ενα διαμέρισμα. Μια μέρα θα φύγει. Τώρα είναι καλά. Σαν να ζείς σε ταινία. "Πόσα δωμάτια έχει το ξενοδοχείο κ. Ιρκα;" "Δεν είμαι σίγουρη κύριε, νομίζω τουλάχιστον τρείς χιλιάδες. Θα ρωτήσω και θα σας πώ σίγουρα".

"Θα πάω να παίξω εκατό δολλάρια, τά έκανα ψιλά, λέει η Jane. Βέβαια και θα χάσω. Μ’ αρέσει όμως ο ήχος του κουλοχέρη." "Εγώ θα τρέξω να δώ ένα μιουσικαλ", λέει ο David. Είναι ο μόνος τρόπος να ξεφύγω απο τον ήχο των καζίνων. Ευτυχώς απο δαύτα, υπάρχουνε πολλά. Και φτηνά".

"Εγώ προτείνω ένα βραδινό μπουφέ" λέει ο Steeve. "Απο μπουφέδες όμως, δεν πιστεύω να έχετε παράπονο. Ατέλειωτη φαντασμαγορία τυριών, σαλαμικών, χώρια τα θαλασσινά, τα μεσογειακά φαγητά, τα γλυκίσματα. Τρώω ήδη τρείς φορές τη μέρα. Αλήθεια δεν μας είπες. Εσένα σ’ αρέσει το Λάς Βέγκας;"

Ατέλειωτα τα φώτα της πόλης της Νεβάδας. Λένε πως καίει σε ηλεκτρικό όσο ολόκληρες χώρες. Πως μοιάζει με φωτεινή κουκίδα απο το διάστημα. Και γύρω της, όλα σκοτεινά. Είναι στην ουσία ενας δρόμος. Το περίφημο Strip. Εκεί βρίσκονται όλα τα καζίνα. Που συνδέονται μαζί τους με τρενάκι. Το κάθε καζίνο είναι και ένα άλλο «θέμα». Αίγυπτος, Ιταλία, Μοντε Κάρλο. Στο ξενοδοχείο μας, το Hotel Paris, η απομίμηση της Οπερας δεν είναι καθόλου της πλάκας. Εχει πάνω της τρομερή μελέτη και μαστοριά, καλά υλικά και τέχνη με μεράκι. Μια πραγματική γρανιτένια απομίμηση, με γλυπτά και αετώματα. Τα δωμάτια φτηνά, το φαγητό επίσης. Για όσους μισούν και πλήττουν με τα καζίνα, υπάρχουν τα αναρίθμητα μικρά περιποιημένα μαγαζάκια, μπάρ και εστιατόρια. Με εσωτερικά συντιβάνια που συνδιάζουν την κίνηση νερού και φωτιστικών. Με λεπτομέρια διακόσμησης απαράμιλλη. Και οι υπέροχοι εσωτερικοί κήποι, οι μυθικοί μπουφέδες, τα εξωτικά ποτά, και τα μυριάδες θεατρικά μιούζικαλ.

Υπάρχουν βέβαια και τα «άλλα». Ομάδες ανθρώπων, συνήθως μεξικανοί, μοιράζουν φυλλάδια με όμορφες γυναίκες που προσφέρουν «υπηρεσίες». Είναι νόμιμο. Το στρίπ έχει στρατιωτική πειθαρχία και παρακολούθηση. Αόρατη αλλα ατσαλένια. Κάποια στιγμή, μερικοί τύποι, μεθυσμένοι, άρχισαν να φωνάζουν και να χειροδικούν. Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, ομάδες οπλισμένων σεκούριτι έκαναν την εμφάνισή τους. Το Βέγκας δέν εχει παρεκτροπές. Μετακινεί δισεκατομμύρια δολλάρια (με νταλίκες που πάνε και έρχονται), και έχει καλή φήμη. Κάνεις πολλά behind closed doors. Στο δρόμο όμως, σεμνά και ταπεινά.

Στο πρωινό ντούς, το ζεστό νερό με χτυπάει με δύναμη στο πρόσωπο. Στην ηδονή της κάθαρσης, ολοκληρώνω τη σκέψη μου. Είναι 9 και μισή το πρωί. Κάπου τώρα, σκέφτομαι, μεταξύ 8 και 10, τρείς χιλιάδες άνθρωποι θα ξυπνήσουν σ’ αυτο μονάχα το ξενοδοχείο. Και θα κάνουν μπάνιο. Τρείς χιλιάδες δωμάτια, με πλήρη κλιματισμό, θα προσφέρουν ζεστό νερό παντού και σ’ όλους, χωρίς υδραυλικά προβλήματα θέρμανσης και ροής νερού. Τί είδους υδραυλικά και ηλεκτρικά, έχει αυτό το ξενοδοχείο; Τι είδους σκέψη έχει πέσει στη δικτύωση και κατασκευή αυτού του χώρου; Τί επιστήμη, τι μεράκι, τι γνώση! Με νερό που έρχεται (και συγκεντρώνεται) απο άλλη Πολιτεία, το Colorado, γιατί η Νεβάδα δεν έχει τίποτα. Ενα τέλειο μηχανικό θαύμα!

To Las Vegas είναι η τέλεια τουριστική επιχείρηση. Η τέλεια κατασκευασμένη πόλη. Ναι, ειναι μονοδιάστατη, δεν θέριωσε απο την αγροτική Αμερική όπως το Σικάγο, δεν έχει πίσω της αγροτικούς και εργατικούς αγώνες, αλλά είναι μια πόλη χαρούμενη. Τέλεια μηχανικά και στρατηγικά σχεδιασμένη. Να παράγει χαρά, ευτυχία, και πλούτο εκ του μηδενός. Σε μια πολιτεία που στην ουσία είναι ακατοίκητη. Να δημιουργεί εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας. Να φέρνει εδώ, έστω, αυτούς που δεν μπορούνε να πάνε στο Παρίσι. Και να τους κάνει ευτυχισμένους.

Το μυαλό μου τρέχει στην Ελλάδα. Θα μπορούσαμε να φτιάχναμε κάτι τέτοιο στην πατρίδα; Ενα "θέμα ελληνικό", μια "Αρχαία Ελλάδα", κάπου σε ένα νησί, κάτω απο τον ηλιόλουστο ουρανό της Μεσογείου; Μια νέα Ακρόπολη, κάποιες νέες Μυκήνες; Με σεβασμό, να αποτυπώναμε τη ζωή ενός κόσμου που χάθηκε, μιας αισθητικής που δεν υπάρχει πια. Να δίναμε στους αρχιτέκτονες και τους μηχανικούς μας τη δυνατότητα της δημιουργίας μιας αρχαίας πολης, στους καλλιτέχνες μας έναν καμβά να ζωγραφίσουν, στους ιστορικούς και δασκάλους μας, την δυνατότητα να φτιάξουν ταινίες και μουσειακό υλικό. Να δημιουργούσαμε ενα εκατομμύριο νέες δουλειές, πλούτο για τη νέα γενιά, χρήμα για την κοινωνία μας. Να φέρναμε εδώ όλην την Ευρώπη, όλο τον κόσμο. Και ενώ θα τους δείχναμε με σεβασμό το δημιούργημά μας χρησιμοποιώντας το δυνατότερο διαχρονικό μας όπλο, τον ιστορικό πολιτισμό μας, συγχρόνως θα κάναμε και κέρδος για τις σύγχρονες ανάγκες μας. Χρειάζεται αγάπη για τις επιχειρήσεις, τεχνογνωσία επιπέδου, μαστοριά και γνώση ακόμη και για την απομίμηση. Χρειάζεται συνείδηση παροχής υπηρεσιών, σεβασμός προς τον πελάτη, αστυνόμευση του χώρου.

Θα θέλαμε; Σίγουρα θα προσκρούαμε στο κλασσικό πρόβλημα της «πολιτιστικής κληρονομιάς». Και σωστά θα ήταν να το σκεφθούμε. Θα μας μείωνε; Οι Αμερικανοί έφτιαξαν το Βέγκας, αλλά κράτησαν την Ουάσινγκτον αλώβητη, πνιγμένη στα μουσεία, τα πάρκα και τις λεωφόρους, και στην κλασσική και μοντέρνα αρχιτεκτονική του συμβολισμού. Οι Γάλλοι έφτιαξαν το Disney Land αλλά κράτησαν το Παρίσι ένα πανέμορφο μουσείο.Κάπου στην Ασία, κάποιοι άλλοι κατασκεύασαν απο το μηδέν την πόλη της Σιγκαπούρης. Τελευταία, οι βεδουίνοι Αραβες μπήκαν στο χορό με την δική τους ιδέα, της φουτουριστικής πόλης του Ντουμπάι.

Δεν νομίζω πως το Βέγκας μειώνει την Αμερική και την Ιστορία της. Αντίθετα, τη δυναμώνει. Προσθέτει στη δύναμη της, στην Ιστορία της, στην προσωπικότητά της. Υπάρχει αυτόνομα, έξυπνα, με δικό του σκοπό και ύφος. Στις κλασσικές πόλεις της Ανατολικής ακτής, βλέπει κανείς την Ιστορία, την καταβολή. Στο Βέγκας, ζεί κανείς τη φαντασία και τη δυνατότητα του Ανθρώπου να δαμάσει τη φύση και το μέλλον του.

Τελικά, Yes Steeve, I love Vegas…

-------------------------------------------------
Aπο μια αληθινή συζήτηση μεταξύ φίλων. Απο τις παλιές, χρυσές εποχές του Silicon Valley, τότε που οι εταιρείες έστελναν συνεχώς μέλη τους για αναψυχή και σεμινάρια στη φωτεινή πόλη της Νεβάδας.

Sweet extravagance, no doubt, to last for a lifetime…
-------------------------------------------------

Sunday, January 25, 2009

Επιτρακτέριοι Δαρβινισμοί

Το σκίτσο του πόστ, είναι μια ευγενική προσφορά του γνωστού και αυτόνομου μπλόγγερ Περαστικού. Απο το πόστ Μπλόκο στα μπλόκα. Toν ευχαριστώ.


Πιστεύει η ελληνική κυβέρνηση (και τα υπόλοιπα κόμματα), πως η Ελλάδα μπορεί να συνεχίσει να έχει αγροτικό πληθυσμό της τάξεως του 17 – 20% επί του συνόλου της οικονομίας της; Αν ναί, αν αυτός είναι ο μακροχρόνιος στόχος της, αν πράγματι πιστεύει πως είναι εφικτό να διαιωνίσει 20% αγροτικό πληθυσμό για μια ακόμα γενιά, τότε ας συζητήσει την επιβίωσή του. Ας βρεί χρήματα, ας δημιουργήσει μακροχρόνιες πολιτικές, ας θεσμοθετήσει ανάλογα νομικά πλαίσια. Αν όχι, τότε ας αφήσει τις παγκόσμιες συνθήκες να μειώσουν τον αγροτικό πληθυσμό στα ανάλογα μονοψήφια νούμερα.

Μια ματιά στην Ιστορία και στις παγκόσμιες αγορές, μας δίνει μια καλή δόση ρεαλισμού και πραγματικότητας. Στις ΗΠΑ, πρίν μια γενιά, ο αγροτικός πληθυσμός υπερέβαινε το 30%. Σήμερα κυμαίνεται μεταξύ 1-2 %. Με την επιστημονικοποίηση της καλλιέργειας, τις αγροτικές συγχωνεύσεις σε μεγάλα τράστ, τα υπερσύγχρονα μηχανήματα και τα τουρμπο-λιπάσματα, η παγκόσμια παραγωγή τροφίμων είναι τεράστια και περισσεύει. Μερικά εκατομμύρια αγροτών ταϊζουν σήμερα 300 εκατομμύρια αμερικανών, και υπάρχει αφθονία. Μείωση του πληθυσμού έχουν όλες οι αναπτυγμένες χώρες στον κόσμο. Καναδάς και Αγγλία είναι δύο ακόμα εύκολα παραδείγματα. Στην Ιαπωνία, η προσοχή ήδη στρέφεται σε νέου ήδους καλλιέργειες που θα δώσουν κάποιο μελλοντικό πλεονέκτημα. Οι ελληνικές κυβερνήσεις ήξεραν και ξέρουν πως οι επιχορηγήσεις της ΕΕ θα σταματήσουν μετά το 2013, και πως ο σκοπός τους ήταν (και είναι) να δωθεί χρόνος στα κράτη μέλη να αναπτύξουν άλλες αγορές (αγροτικές και μή) για να απορροφήσουν εργασιακά τους συνεχώς μειωνόμενους αριθμούς των αγροτών τους.

Πιστεύει πράγματι κανείς (στην κυβέρνηση και στον λαό), πως θα μπορέσει να υπάρξει ΕΕ στρατηγικά, συντηρώντας και χρηματοδοτώντας τεράστια αγροτικά ποσοστά πληθυσμού σε όλα τα κράτη μέλη; Ηδη οι νεοεισηχθέντες Βούλγαροι και Ρουμάνοι ζητούν προστασία για τους δικούς τους αγροτικούς πληθυσμούς. Και η Ελλάδα είναι ηδη καταδικασμένη απο την Ευρώπη για ατιμίες, κλεψιές και παρατυπίες σε όλα τα θέματα διανομής των αγροτικών επιχορηγήσεων.

Γιατί μοιράζει τόσο εύκολα και γρήγορα τα έξτρα λεφτά της κυβέρνησης ο κ. Καραμανλής; Θα διατηρήσει εκατοντάδες χιλιάδες αγρότες για μία ακόμα γενιά; Ηδη, εκτός απο τα χρήματα της ΕΕ, ποταμοί χρημάτων έχουν ήδη μοιραστεί κάτω απο το τραπέζι, σε μορφές επιπλέον αποζημιώσεων. Στη γενέτειρά μου, το Αγρίνιο, ΕΕ και κυβέρνηση πληρώνει εδώ και χρόνια τους ντόπιους αγρότες να μην παράγουν απολύτως τίποτα. Το παραδοσιακό τους προιόν, ο καπνός, βρίσκεται παγκοσμίως υπο διωγμόν και ιατρική απόρριψη, εντούτοις εκείνοι περιμένουν ένα θαύμα. Κάθονται και πληρώνονται.

Επιθυμούμε στρατηγικά την υπερπροστασία μιας ομάδας ελλήνων εργαζομένων (των αγροτών) εις βάρος όλων των άλλων; Προστασία και Σοσιαλισμός για τους αγρότες αλλά ελεύθερη αγορά για τους άλλους; Γιατί να μην χρηματοδοτηθεί ο Τουρισμός μας (το μόνο πράγμα που έχει πραγματικό μέλλον στην Ελλάδα) και που απασχολεί επίσης το 20% του πληθυσμού μας, με προοπτική να απορροφήσει και άλλους πολλούς; Γιατί να καταστρεφεται η ελληνική οικονομία (με απέραντες εμπορικές, κοινωνικές και ανθρωπιστικές απώλειες) απο το κλείσιμο των δρόμων μίας και μόνον εργασιακής τάξης;

Αυτό το παραμύθι με την συναισθηματική θεώρηση των προβλημάτων (και όχι με σαφή προσδιορισμό) να σταματήσει. Η Τιμημένη Αγροτιά έχει ίσα δικαιώματα με τους Τιμημένους Κομπιουτεράδες και εργαζομένους απο το Silicon Valley μέχρι την Αθήνα, και απο τα χωριά του Καναδά μέχρι την Καρδίτσα. Ζούνε στον ίδιο κόσμο, στις ίδιες συνθήκες. Και επιπλέον είναι οι μόνοι που επιχορηγούνται. Και έχουν την πολυτέλεια μιας πενταετίας για να βρούν άλλες δουλειές.

Ας δημιουργήσει επιτέλους η κυβέρνηση ένα μακροχρόνιο σχέδιο ανάπτυξης της χώρας (όπως έκανε και η Ιαπωνία το 1945), με τους τομείς εκείνους που έχουν μέλλον. Ας συγκροτήσει μια ελίτ σκέψης, και ας φτιάξει για πρώτη φορά στην Ιστορία του έθνους των Ελλήνων αυτό που έφτιαξε και το ΜΙΤΙ των Ιαπώνων. Και άλλοι πολλοί. Ας δημιουργήσει πανεπιστήμια που να παράγουν τεχνολογίες, να συνδέονται απευθείας με την αγορά, και ας δημιουργήσει ενα περιβάλλον επιχειρηματικότητας (και προστασίας) για τις ντόπιες και ξένες επενδύσεις. Οταν το 2013 η ΕΕ σταματήσει τις δωρεές, η χώρα μας θα βρεθεί εκτεθειμένη και πάλι, αυτή τη φορά στην απόλυτη ένδοια του τεράστιου άνεργου αγροτικού πληθυσμού της. Μέχρι τότε, ο Κωστάκης μπορεί να έχει μειώσει τις 3 μονάδες που τον χωρίζουν απο τον Γιωργάκη, αλλά η Ελλάδα, υπο το πλήθος των λαθών της, θα έχει κυριολεκτικά (και ανόητα) βουλιάξει.

Ο,τι είναι να πεθάνει, θα πεθάνει. Θα το σκοτώσει με βία η Ιστορία.

Χρήσιμες πληροφορίες

Agricultural Decline
Λιγότεροι και ελαφρώς πλουσιότεροι
Farming in decline
Canada’s farm population shrinking
Common Agricultural Policy
US Agricultural Demographics
Refinements to a Subsidy System Often Faulted for Big Problems
EU threatens to cut Greek farm subsidies by 10 per cent
Μαζική αποχώρηση αγροτών
EU Rethinks Farm Subsidies
Shrinking Farm Numbers
Who Pays for Farm Subsidies?
EU farming subsidies for Romania, Bulgaria need better targetting
Απασχόληση στον Αγροτικό τομέα
Asia prepares for future biotech agricultural production
Japanese Agriculture
U.S. Agricultural Research in Dangerous Decline
Από την «πείνα» στα μπλόκα
Η άγονη πορεία των αγροτών
Το μήνυμα της αδυναμίας βλάπτει σοβαρά τη χώρα